• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: expecting, expect

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be expecting vi + adj informal (be pregnant)είμαι έγκυος περίφρ
  (καθομιλουμένη)είμαι σε ενδιαφέρουσα περίφρ
 Clive told me excitedly that his daughter was expecting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expect [sth] vtr (anticipate [sth])αναμένω ρ μ
  περιμένω ρ μ
 We can expect rain later today over much of the country.
 Αναμένουμε βροχές αργότερα μέσα στην ημέρα σε μεγάλο μέρος της χώρας.
expect,
expect that
vtr
(with clause: anticipate)αναμένω ρ μ
  (καθομιλουμένη)περιμένω, πιστεύω ρ μ
 I expect our team will lose again.
 Big business is expected to maintain America's ability to compete in the world market.
 Αναμένω ότι η ομάδα μας θα χάσει πάλι.
expect,
expect that
vtr
(with clause: suppose, speculate)υποθέτω ότι/πως ρ μ
  εικάζω ότι/πως ρ μ
 I expect that he got lost again.
 Υποθέτω ότι χάθηκε πάλι.
expect [sth/sb] vtr (wait for [sth], [sb] to arrive)περιμένω ρ μ
  αναμένω ρ μ
 I'm expecting a package in the mail.
 Περιμένω ένα πακέτο από το ταχυδρομείο.
expect [sth] vtr (require, demand [sth])θέλω ρ μ
  αναμένω, περιμένω ρ μ
  ζητάω, ζητώ ρ μ
  (πιο έντονο)απαιτώ ρ μ
 As your employer, I expect perfection; this work isn't good enough!
 Ως εργοδότης σου θέλω τελειότητα. Αυτή η δουλειά δεν είναι αρκετά καλή!
expect [sth] from [sb] vtr + prep (require, demand [sth] of [sb])περιμένω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
  αναμένω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 I expect an apology from you.
 Περιμένω μια συγγνώμη από σένα.
expect [sth] of [sb/sth] vtr + prep (require, demand [sth] of [sb])απαιτώ κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 The editor expects high journalistic standards of all his reporters.
expect to do [sth] vi + prep (believe you will do [sth])πιστεύω ότι θα κάνω κτ, πιστεύω να κάνω κτ έκφρ
  αναμένω ότι θα κάνω κτ, περιμένω ότι θα κάνω κτ έκφρ
  αναμένω να κάνω κτ, περιμένω να κάνω κτ έκφρ
 The England team expect to win their match against Sweden.
expect vi informal (be pregnant)περιμένω παιδί έκφρ
Σχόλιο: Usually used in the continuous form: be expecting
Σχόλιο: usually used in the continuous form: be expecting (a baby)
 My wife's expecting.
 Η γυναίκα μου περιμένει παιδί.
expect [sb] vtr informal (be pregnant with)περιμένω ρ μ
Σχόλιο: Usually used in the continuous form: be expecting a baby
 I'm expecting a baby in July.
 My wife is expecting twins.
 Περιμένω παιδί τον Ιούλιο. // Η γυναίκα μου περιμένει δίδυμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
expect | expecting
ΑγγλικάΕλληνικά
hardly expect [sth] adv + vtr (unreasonable to anticipate)δεν προσδοκώ, δεν ελπίζω έκφρ
Σχόλιο: often preceded by "can"
 One can hardly expect to see a vaccine being produced before the month is out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'expecting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση expecting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «expecting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!