embedded

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈbɛdɪd/

From the verb embed: (⇒ conjugate)
embedded is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
Σε αυτή τη σελίδα: embedded, embed

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embedded adj (inset, set inside)ενσωματωμένος μτχ πρκ
  ένθετος επίθ
 The jeweler inspected the crown's embedded stones.
 Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε τα ενσωματωμένα στο στέμμα πετράδια.
embedded adj (computing: limited in function)μη διαθέσιμη μετάφραση
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embed [sth] vtr (insert deeply) (έμφαση στο βάθος τοποθέτησης)βυθίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)χώνω ρ μ
  χώνω βαθιά, πατάω μέσα ρ μ + επίρ
  (έμφαση στην τοποθέτηση)ενσωματώνω, εισάγω ρ μ
 The bricklayer placed the brick on the mortar and embedded it.
 Ο χτίστης τοποθέτησε το τούβλο στο κονίαμα και το ενσωμάτωσε.
embed [sth] in [sth],
embed [sth] into [sth]
vtr + prep
(insert deeply) (έμφαση στο βάθος τοποθέτησης)βυθίζω κτ σε κτ ρ μ
  χώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (έμφαση στην τοποθέτηση)ενσωματώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  τοποθετώ κτ σε κτ, εισάγω κτ σε κτ
 The gardener dug a hole and embedded the plant in it.
 When the wall was built, the builder had embedded a decorative stone into it, just above the window.
 Ο κηπουρός έσκαψε μια τρύπα και έχωσε μέσα το φυτό.
 Όταν φτιάχτηκε ο τοίχος, ο χτίστης ενσωμάτωσε μια διακοσμητική πέτρα, ακριβώς πάνω από το παράθυρο.
embed [sth] vtr figurative, usually passive (implant, integrate) (εγώ κάτι)αφομοιώνω ρ μ
  (μτφ: κάτι μέσα μου)είμαι ριζωμένος ρ έκφρ
  ριζώνω ρ αμ
 People rarely forget their native languages; it's something that is deeply embedded.
 Οι άνθρωποι σπάνια ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα· είναι κάτι που έχουν αφομοιώσει για τα καλά.
 Οι άνθρωποι σπάνια ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα· είναι βαθιά ριζωμένη μέσα τους.
 Οι άνθρωποι σπάνια ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα· έχει ριζώσει βαθιά μέσα τους.
embed [sth] vtr (computer code: nest)ενσωματώνω ρ μ
 The programmer used HTML to embed the objects.
 Ο προγραμματιστής χρησιμοποίησε HTML για να ενσωματώσει τα δεδομένα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embed [sth] vtr (mathematics: contain)περιλαμβάνω ρ μ
embed [sb] with [sth],
imbed [sb] with [sth]
vtr + prep
slang, usually passive (attach to the military)εντάσσω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 The reporter was embedded with an army unit.
 Some of the soldiers objected to reporters being embedded in their units.
embed [sth] in [sth],
imbed [sth] in [sth]
vtr + prep
figurative, usually passive (implant, integrate) (εγώ κάτι)αφομοιώνω ρ μ
  (μτφ: κάτι μέσα μου)είμαι ριζωμένος ρ έκφρ
  ριζώνω ρ αμ
  (μτφ: κάτι από μένα)είμαι αναπόσπαστο κομμάτι περίφρ
 John's love of children is deeply embedded in his personality.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'embedded' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an embedded [file, image, system, processor], was [firmly, partially, totally] embedded, the [shrapnel, splinter, spike] was embedded in his [arm, skin, back], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση embedded στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «embedded».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!