WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| distancing n | (social distancing) | αποστασιοποίηση ουσ θηλ |
| distancing adj | (creating distance from [sth]) | αποστασιοποίησης, απόστασης ουσ θηλ |
| | | που προσφέρει αποστασιοποίηση περίφρ |
| | | που δημιουργεί απόσταση περίφρ |
| | The writer's use of a third-person narrator creates a distancing effect. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| distance n | (linear measure) | απόσταση ουσ θηλ |
| | The distance between the poles is about twenty metres. |
| | Η απόσταση ανάμεσα στους στύλους είναι περίπου είκοσι μέτρα. |
| distance n | (imprecise distance) | απόσταση ουσ θηλ |
| | The barn is some distance from here, so it will take you at least five minutes to reach it by car. |
| | Το αγρόκτημα είναι σε κάποια απόσταση, οπότε θα σας πάρει τουλάχιστον πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο για να φτάσετε. |
| distance n | (limit of sight) | απόσταση ουσ θηλ |
| | On days with good visibility, you can see for a distance of more than 20 miles. |
| | Τις μέρες με καλή ορατότητα, μπορείς να δεις σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 μιλίων. |
| distance yourself from [sth/sb] v expr | (keep away from) | απομονώνομαι από κτ/κπ, απομακρύνομαι από κτ/κπ, αποστασιοποιούμαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ |
| | | κρατώ τις αποστάσεις μου από κτ/κπ έκφρ |
| | Preferring solitude, I distanced myself from the group. |
| distance yourself from [sth/sb] v expr | figurative (not associate with) | αποστασιοποιούμαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ |
| | | κρατάω τις αποστάσεις μου από κτ/κπ έκφρ |
| | The candidate was advised to distance himself from his former wife. |
| | Συμβούλεψαν τον υποψήφιο να αποστασιοποιηθεί από την πρώην σύζυγό του. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| distance n | (measurement of time) | διαφορά ουσ θηλ |
| | There is a distance of some two hours between the arrival and departure of that flight. |
| distance [sb]⇒ vtr | (leave behind, outrun) | αφήνω κπ πίσω μου έκφρ |
| | | παίρνω απόσταση από κπ έκφρ |
| | | απομακρύνομαι από κπ ρ αμ + πρόθ |
| | The Swedish runner had distanced everyone before the end of the first lap. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: