• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: deviled, devil

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deviled (US),
devilled (UK)
adj
(ham, eggs: in small bits with sauce)πικάντικος επίθ
  καυτερός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
devil n (evil supernatural being)διάβολος, διάολος, δαίμονας ουσ αρσ
 Hell is supposed to be full of devils.
 Η κόλαση υποτίθεται πως είναι γεμάτη από διάβολους (or: δαίμονες).
the devil,
the Devil
n
often capitalized (religion: evil being, Satan)Διάβολος ουσ αρσ κύρ
  Σατανάς ουσ αρσ κύρ
 The preacher warned his congregation not to allow the Devil to tempt them.
 Ο ιεροκήρυκας προειδοποίησε το ποιμνιό του να μην αφήσουν τον Διάβολο να τους σκανδαλίσει.
devil n figurative (evil person) (μεταφορικά: για άλλους)τύραννος, σατράπης ουσ αρσ
  (μεταφορικά)δαίμονας, σατανάς, διάβολος, διάολος ουσ αρσ
 The dictator was a devil to his people.
 Ο δικτάτορας ήταν ένας τύρρανος για τον λαό του.
devil n figurative, informal (mischievous person)διάβολος, διάολος ουσ αρσ
  (υποκοριστικό: για παιδί)διαβολάκι, διαολάκι ουσ ουδ
 Those devils poured a bucket of water over me!
 Τα διαβολάκια αυτά έριξαν ένα κουβά νερό πάνω μου!
devil [sb]⇒ vtr mainly US (annoy, harass)παρενοχλώ ρ μ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τσιγκλάω ρ μ
 The journalists kept devilling the politician.
 Οι δημοσιογράφοι συνέχιζαν να παρενοχλούν τον πολιτικό.
devil [sth]⇒ vtr (food: prepare with spices)καρυκεύω ρ μ
  κάνω κτ πικάντικο, κάνω κτ καυτερό περίφρ
  (κατά λέξη)μαγειρεύω κάτι με πολλά καυτερά μπαχαρικά
 I'm devilling an egg for lunch.
the devil interj (emphatic expletive, mild oath)μα τον Θεό επιφ
 The devil, he will; I'm putting a stop to it right now. Who the devil told you that?
a devil n figurative, informal ([sth] difficult, resistant)πολύ δύσκολος φρ ως επίθ
  (αργκό, μεταφορικά)πακέτο, παλούκι ουσ ουδ
 This job is a devil, but it's interesting.
 Η δουλειά αυτή είναι πολύ δύσκολη, αλλά είναι ενδιαφέρουσα.
a devil of a n figurative, informal ([sth] difficult, unpleasant) (μεταφορικά, καθομ)κόλαση ουσ θηλ
  πολύ δύσκολος φρ ως επίθ
  πολύ δύσκολα φρ ως επίρ
 My family has had a devil of a time this past year.
 Ο περασμένος χρόνος ήταν κόλαση για την οικογένειά μου.
 Ο περασμένος χρόνος ήταν πολύ δύσκολος για την οικογένειά μου.
 Η οικογένειά μου πέρασε πολύ δύσκολα τον περασμένο χρόνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a devil of a n figurative, informal ([sth] bad) (καθομιλουμένη)χάλι ουσ ουδ
  πολύ άσχημος φρ ως επίθ
 That's a devil of a bruise you've got there; what happened?
 Τι χάλι μελανιά είναι αυτή; Τι έγινε;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
deviled | devil
ΑγγλικάΕλληνικά
deviled egg (US),
devilled egg (UK)
n
usually plural (stuffed halves of boiled egg)γεμιστό αυγό επίθ + ουσ ουδ
  αυγό μιμόζα φρ ως ουσ ουδ
 To make deviled eggs I mash the egg yolks with other ingredients.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deviled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deviled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!