developmental

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˌveləpˈmentl/

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
developmental adj (relating to development)αναπτυξιακός επίθ
 The brain damage he sustained as a child cause developmental delays.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
developmental delay n (impaired mental or physical growth)καθυστέρηση της ανάπτυξης περίφρ
  αναπτυξιακή καθυστέρηση επίθ + ουσ θηλ
developmental psychology n (changes during lifetime)εξελικτική ψυχολογία ουσ θηλ
 Developmental psychology is the study of human beings throughout the whole life cycle.
 Η εξελικτική ψυχολογία ασχολείται με τη μελέτη του ανθρώπου καθόλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'developmental' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση developmental στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «developmental».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!