| Κύριες μεταφράσεις |
| crew n | (team on a boat, etc.) | πλήρωμα ουσ ουδ |
| | (παλαιό) | τσούρμο ουσ ουδ |
| | Judith wants me to join her crew when she sails to New Zealand. |
| | Η Τζούντιθ θέλει να γίνω μέλος του πληρώματος όταν σαλπάρει για Νέα Ζηλανδία. |
| crew n | (sport: rowing) | κωπηλασία ουσ θηλ |
| | Linda likes to row, so she plans to go out for crew. |
| | Στη Λίντα αρέσει να τραβάει κουπί, σχεδιάζει λοιπόν να πάει για κωπηλασία. |
| crew n | (group) | παρέα ουσ θηλ |
| | (ανεπίσημο) | τσούρμο ουσ ουδ |
| | After we cleaned up the playground, the whole crew went out for pizza. |
| | Αφού καθαρίσαμε την αυλή, όλη η παρέα βγήκε έξω για πίτσα. |
| crew [sth]⇒ vtr | (serve on: a vessel) | επανδρώνω ρ μ |
| | That yacht is crewed by professional sailors. |
| | Αυτό το ιστιοφόρο είναι επανδρωμένο με επαγγελματίες ναύτες. |
| Κύριες μεταφράσεις |
| crow n | (black bird) | κοράκι ουσ ουδ |
| | | κόρακας ουσ αρσ |
| | The crows scare the other birds away from the birdbath. |
| | Τα κοράκια διώχνουν τα άλλα πουλιά από τη λιμνούλα των πουλιών. |
| crow n | (sound of rooster) (του πετεινού) | λάλημα ουσ ουδ |
| | (καθομ, παιδικό) | κικιρίκου ουσ ουδ άκλ |
| | Lucy can imitate a rooster's crow perfectly. |
| | Η Λούσυ μιμείται τέλεια το λάλημα του κόκκορα. |
| crow⇒ vi | (make rooster-like sound) | λαλάω, λαλώ ρ αμ |
| | (καθομ, παιδικό) | κάνω κικιρίκου ρ έκφρ |
| | Charles always wakes up when the rooster starts crowing. |
| | Ο Τσαρλς πάντα ξυπνά όταν ο κόκκορας αρχίσει να λαλεί. |
| crow vi | figurative, informal (brag) (καθομιλουμένη) | κοκορεύομαι ρ αμ |
| | "I said I would win and I did," Jesse crowed. |
| | «Είπα πως θα νικήσω και νίκησα», κοκορεύτηκε η Τζες. |
crow about [sth], crow over [sth] vi + prep | figurative, informal (brag about) (για κάτι) | κοκορεύομαι ρ αμ |
| | Steve is crowing about his perfect test score. |
| | Ο Στηβ κοκορεύεται για τον άριστο βαθμό του στο διαγώνισμα. |
Σύνθετοι τύποι: crew | crow |
| cabin crew n | (staff of a plane or ship) | πλήρωμα καμπίνας φρ ως ουσ ουδ |
| | The friendly smiles of the cabin crew put the passengers at ease. |
| crew cut n | (army haircut) | αντρικό κούρεμα, κοντό στο πάνω μέρος και σχεδόν ξυρισμένο στο κάτω |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| | His crew cut and posture made it clear he was a military man. |
| crew cut n | (very short haircut) | αντρικό κούρεμα, κοντό στο πάνω μέρος και σχεδόν ξυρισμένο στο κάτω |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| | The boys on the team all have crew cuts. |
| crew leader n | (head of a team) (εργάτες) | υπεύθυνος συνεργείου, επικεφαλής συνεργείου περίφρ |
| | (πλοίο, ναυτικοί) | αρχηγός πληρώματος, επικεφαλής πληρώματος περίφρ |
| crew member n | ([sb] in a working team) (σκάφος) | μέλος του πληρώματος φρ ως ουσ ουδ |
| | (γενικά) | μέλος της ομάδας φρ ως ουσ ουδ |
| | The ship sank with 35 crew members on board. |
| crew neck n | (neckline: round) | στρογγυλή λαιμόκοψη επίθ + ουσ θηλ |
| | The t-shirt had a crew neck as opposed to a V neck |
| crew neck n | (top: rounded neckline) | μπλούζα με στρογγυλή λαιμόκοψη φρ ως ουσ θηλ |
| | Because it was his day off, he threw on a crew neck instead of a collared shirt. |
| crew-neck n as adj | (having a rounded neckline) | με στρογγυλή λαιμόκοψη περίφρ |
| crew sock n | US, usually plural (sports sock) | αθλητική κάλτσα επίθ + ουσ θηλ |
| | The label on the package said "crew socks", but I'd always just called them "socks". |
| crew-cut n as adj | (hair: very short) | κοντοκουρεμένος μτχ πρκ |
| | (κατά λέξη) | ξυρισμένα στα πλαϊνά και κοντοκουρεμένα στο κέντρο |
| Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies. |
| | You could tell he was a Marine from his crew-cut hair. |
| film crew n | (team filming a movie or video) | κινηματογραφικό συνεργείο επίθ + ουσ ουδ |
| | A film crew is following the singer around for a documentary. |
| flight crew n | (staff of a plane) | ιπτάμενο προσωπικό επίθ + ουσ ουδ |
| Σχόλιο: Used with a plural verb |
| ground crew n | (airline employees) | πλήρωμα, προσωπικό εδάφους έκφρ |
| | The ground crew safely guided the plane to the terminal gate. |
| motley crew n | informal (varied group) | ετερογενής ομάδα, ανομοιογενής ομάδα επίθ + ουσ θηλ |
| operating crew n | (team in charge of aircraft, etc.) | πλήρωμα ουσ ουδ |
| | (κατά λέξη) | πλήρωμα υπεύθυνο για τη λειτουργία περίφρ |
| pirate crew n | (team of sea robbers) | πειρατικό πλήρωμα επίθ + ουσ ουδ |
| | | μέλη πειρατικού πληρώματος περίφρ |
| | In "The Pirates of Penzance" the same men's chorus doubles as policemen and as pirate crew. |
| road maintenance crew n | (team who carry out roadworks) | συνεργείο συντήρησης οδικών αρτηριών περίφρ |
| | | συνεργείο συντήρησης οδών περίφρ |
| | A road maintenance crew is inspecting the structure of the bridge. |
| stage crew n | (theatre technicians) (θέατρο) | τεχνικό προσωπικό σκηνής περίφρ |
| work crew n | (team) | προσωπικό ουσ ουδ |