|
|
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| coach n | (sports trainer) (αθλητισμός) | προπονητής, προπονήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | The coach showed the boys how to throw the ball. |
| | Ο προπονητής έδειξε στα παιδιά πώς να ρίχνουν τη μπάλα. |
| coach n | (instructor) | καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | | δάσκαλος, δασκάλα ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (παλαιό) | προγυμναστής, προγυμνάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | His voice coach helped him sing better. |
| | Ο καθηγητής της φωνητικής τον βοήθησε να τραγουδάει καλύτερα. |
| coach n | (tour bus) | λεωφορείο ουσ ουδ |
| | | πούλμαν ουσ ουδ άκλ |
| | The tour group travelled in a coach. |
| | Η ομάδα των εκδρομέων ταξίδεψε με λεωφορείο. |
| coach n | (railway carriage) | βαγόνι ουσ ουδ |
| | | άμαξα ουσ θηλ |
| | This train only has three coaches. |
| | Το τραίνο αυτό έχει μόνο τρία βαγόνια. |
| coach [sb]⇒ vtr | (train a team, player) | προπονώ ρ μ |
| | | είμαι προπονητής ρ έκφρ |
| | (καθομιλουμένη, ανεπίσημο) | κοουτσάρω ρ μ |
| | Bob coaches the basketball team. |
| | Προπονεί την ομάδα του μπάσκετ. |
| coach [sb] in [sth] vtr + prep | (train in a sport) | προπονώ κπ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | Miss Martin coaches the girls in football and cricket. |
| coach [sb] in [sth] vtr + prep | (instruct or train) | εκπαιδεύω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | | μαθαίνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ |
| | Ed coaches his clients in public speaking. |
| coach [sb] to do [sth] v expr | (sports: teach [sb]) (κάποιον (να κάνει κάτι)) | διδάσκω, μαθαίνω ρ μ |
| | (σε κάποιον (να κάνει κάτι)) | δείχνω ρ μ |
| | Bill coached the boys to pass the ball better. |
| | Ο Μπιλ έμαθε στα παιδιά να δίνουν καλύτερες πάσες. |
| coach [sb] to do [sth] v expr | (teach, assist) (κάποιον (να κάνει κάτι)) | καθοδηγώ ρ μ |
| | (καθομιλουμένη, ανεπίσημο) | κοουτσάρω ρ μ |
| | The father coached the mother to breathe as she delivered the baby. |
| | Ο πατέρας καθοδήγησε τη μητέρα να αναπνέει κατά τον τοκετό. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| coach n | US, uncountable (travel: standard class) | οικονομική θέση επίθ + ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Though most airlines now use "economy class," many people continue to refer to it as "coach." | | | I'd love to travel first class, but all I can afford is coach. |
| | Θα μου άρεσε να ταξιδεύω στην πρώτη θέση, τα χρήματά μου όμως επαρκούν μόνο για την οικονομική. |
| coach adv | US, abbreviation (travel: coach class) | στην οικονομική θέση περίφρ |
| | I always fly coach, as first class costs way too much. |
| coach n | (carriage) | άμαξα ουσ θηλ |
| | The princess waved from her coach. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Σύνθετοι τύποι:
|
| basketball coach n | (basketball: manager, trainer) | προπονητής μπάσκετ περίφρ |
| | (επίσημο) | προπονητής καλαθοσφαίρισης περίφρ |
| | A professional team will have both a basketball coach and a business manager. |
bus station (US), coach station (UK) n | (coach terminal) | σταθμός λεωφορείων ουσ αρσ |
| | I arrrived at the bus station at 6 o'clock. |
| coach driver n | ([sb] who drives bus) | οδηγός λεωφορείου, οδηγός πούλμαν φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| coach driver n | ([sb] who drives carriage) | αμαξάς ουσ αρσ |
| coach house n | historical (rest stop for carriages) | μέρος όπου έκαναν στάση οι άμαξες |
economy class, economy-class, also US: coach-class, coach class n as adj | (train seating: standard) | οικονομικής θέσης περίφρ |
| | | στην οικονομική θέση περίφρ |
| | I am going to buy an economy-class train ticket. |
economy class, economy-class, also US: coach-class, coach class n as adj | (plane seating: low cost) | οικονομικής θέσης περίφρ |
| | | στην οικονομική θέση περίφρ |
| | I purchased an economy-class ticket so that I would not have to dip into my savings. |
football coach, football manager (UK), soccer coach (US) n | (soccer: trainer, manager) | προπονητής ποδοσφαίρου, προπονήτρια ποδοσφαίρου φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Όταν δεν απαιτείται ακρίβεια, αποδίδεται ως: προπονητής, προπονήτρια. | football coach (US), American football coach (UK) n | (trainer of American football team) | προπονητής φούτμπολ, προπονήτρια φούτμπολ φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| peer coach n | ([sb]: trains colleague) | εκπαιδευτής, εκπαιδεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | εκπαιδευτής μεταξύ ομοτίμων περίφρ |
swim coach (US), swimming coach (UK) n | (person who trains swimmers) | προπονητής, προπονήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | προπονητής κολύμβησης, προπονήτρια κολύμβησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
trolley bus, trackless trolley, trolley coach, trolley car (US), trolleybus (UK) n | (bus powered by overhead cable) | τρόλεϋ ουσ ουδ άκλ |
| | Bill took the trolleybus into town. |
Ο όρος 'coach' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|