coach

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkəʊtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/koʊtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(kōch)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coach n (sports trainer) (αθλητισμός)προπονητής, προπονήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The coach showed the boys how to throw the ball.
 Ο προπονητής έδειξε στα παιδιά πώς να ρίχνουν τη μπάλα.
coach n (instructor)καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  δάσκαλος, δασκάλα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (παλαιό)προγυμναστής, προγυμνάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 His voice coach helped him sing better.
 Ο καθηγητής της φωνητικής τον βοήθησε να τραγουδάει καλύτερα.
coach n (tour bus)λεωφορείο ουσ ουδ
  πούλμαν ουσ ουδ άκλ
 The tour group travelled in a coach.
 Η ομάδα των εκδρομέων ταξίδεψε με λεωφορείο.
coach n (railway carriage)βαγόνι ουσ ουδ
  άμαξα ουσ θηλ
 This train only has three coaches.
 Το τραίνο αυτό έχει μόνο τρία βαγόνια.
coach [sb]⇒ vtr (train a team, player)προπονώ ρ μ
  είμαι προπονητής ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)κοουτσάρω ρ μ
 Bob coaches the basketball team.
 Προπονεί την ομάδα του μπάσκετ.
coach [sb] in [sth] vtr + prep (train in a sport)προπονώ κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Miss Martin coaches the girls in football and cricket.
coach [sb] in [sth] vtr + prep (instruct or train)εκπαιδεύω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  μαθαίνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Ed coaches his clients in public speaking.
coach [sb] to do [sth] v expr (sports: teach [sb]) (κάποιον (να κάνει κάτι))διδάσκω, μαθαίνω ρ μ
  (σε κάποιον (να κάνει κάτι))δείχνω ρ μ
 Bill coached the boys to pass the ball better.
 Ο Μπιλ έμαθε στα παιδιά να δίνουν καλύτερες πάσες.
coach [sb] to do [sth] v expr (teach, assist) (κάποιον (να κάνει κάτι))καθοδηγώ ρ μ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)κοουτσάρω ρ μ
 The father coached the mother to breathe as she delivered the baby.
 Ο πατέρας καθοδήγησε τη μητέρα να αναπνέει κατά τον τοκετό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coach n US, uncountable (travel: standard class)οικονομική θέση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Though most airlines now use "economy class," many people continue to refer to it as "coach."
 I'd love to travel first class, but all I can afford is coach.
 Θα μου άρεσε να ταξιδεύω στην πρώτη θέση, τα χρήματά μου όμως επαρκούν μόνο για την οικονομική.
coach adv US, abbreviation (travel: coach class)στην οικονομική θέση περίφρ
 I always fly coach, as first class costs way too much.
coach n (carriage)άμαξα ουσ θηλ
 The princess waved from her coach.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
basketball coach n (basketball: manager, trainer)προπονητής μπάσκετ περίφρ
  (επίσημο)προπονητής καλαθοσφαίρισης περίφρ
 A professional team will have both a basketball coach and a business manager.
bus station (US),
coach station (UK)
n
(coach terminal)σταθμός λεωφορείων ουσ αρσ
 I arrrived at the bus station at 6 o'clock.
coach driver n ([sb] who drives bus)οδηγός λεωφορείου, οδηγός πούλμαν φρ ως ουσ αρσ/θηλ
coach driver n ([sb] who drives carriage)αμαξάς ουσ αρσ
coach house n historical (rest stop for carriages)μέρος όπου έκαναν στάση οι άμαξες
economy class,
economy-class,
also US: coach-class,
coach class
n as adj
(train seating: standard)οικονομικής θέσης περίφρ
  στην οικονομική θέση περίφρ
 I am going to buy an economy-class train ticket.
economy class,
economy-class,
also US: coach-class,
coach class
n as adj
(plane seating: low cost)οικονομικής θέσης περίφρ
  στην οικονομική θέση περίφρ
 I purchased an economy-class ticket so that I would not have to dip into my savings.
football coach,
football manager (UK),
soccer coach (US)
n
(soccer: trainer, manager)προπονητής ποδοσφαίρου, προπονήτρια ποδοσφαίρου φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Όταν δεν απαιτείται ακρίβεια, αποδίδεται ως: προπονητής, προπονήτρια.
football coach (US),
American football coach (UK)
n
(trainer of American football team)προπονητής φούτμπολ, προπονήτρια φούτμπολ φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
peer coach n ([sb]: trains colleague)εκπαιδευτής, εκπαιδεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (κατά λέξη)εκπαιδευτής μεταξύ ομοτίμων περίφρ
swim coach (US),
swimming coach (UK)
n
(person who trains swimmers)προπονητής, προπονήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (κατά λέξη)προπονητής κολύμβησης, προπονήτρια κολύμβησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
trolley bus,
trackless trolley,
trolley coach,
trolley car (US),
trolleybus (UK)
n
(bus powered by overhead cable)τρόλεϋ ουσ ουδ άκλ
 Bill took the trolleybus into town.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'coach' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: coach the [team, players], a [basketball, football, math, life] coach, took the coach bus to [Boston], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coach στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «coach».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!