applied

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈplaɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈplaɪd/ ,USA pronunciation: respelling(ə plīd′)

From the verb apply: (⇒ conjugate)
applied is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: applied, apply

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
applied adj (in use)εφαρμοζόμενος μτχ ενεστ
  που εφαρμόζεται περίφρ
 The applied measures seemed to be effective at first, but after a while they stopped working.
 Τα εφαρμοζόμενα μέτρα φαινόταν να είναι αποτελεσματικά στην αρχή, αλλά μετά από λίγο έπαψαν να λειτουργούν.
applied adj (not theoretical)εφαρμοσμένος μτχ πρκ
 These findings are important for both theory and applied practice.
 Αυτά τα ευρήματα είναι σημαντικά και για τη θεωρία και για την εφαρμοσμένη πρακτική.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apply [sth]⇒ vtr (spread [sth] on)απλώνω ρ μ
  (πάνω στο σώμα)βάζω ρ μ
  (επίσημο)εφαρμόζω ρ μ
 Please apply sunscreen before going outside.
 Σε παρακαλώ βάλε αντηλιακό πριν βγεις έξω.
apply [sth] to [sth/sb]⇒ vtr (spread [sth] on [sth/sb])απλώνω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  βάζω κτ σε κτ/κπ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)εφαρμόζω κτ σε κτ/κπ ρ μ + πρόθ
 Apply the moisturizer liberally to your face and neck.
 Απλώστε άφθονη ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο και στον λαιμό σας.
 Βάλτε άφθονη ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο και στον λαιμό σας.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το μονωτικό υλικό εφαρμόζεται με ρολό.
apply [sth]⇒ vtr (use, employ [sth])χρησιμοποιώ ρ μ
  εφαρμόζω ρ μ
 Audrey is applying the same method as last time.
 We need to apply a little common sense here.
 Εδώ πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την κοινή λογική.
 Η Ώντρεϋ εφαρμόζει την ίδια μέθοδο με την προηγούμενη φορά.
apply [sth] to [sth]⇒ vtr (put [sth] to use)εφαρμόζω ρ μ
 She was able to apply her skills to the new project.
 Μπόρεσε να εφαρμόσει τις δεξιότητές της στο νέο πρότζεκτ.
apply [sth]⇒ vtr (impose: a law)εφαρμόζω ρ μ
  (πιο αυστηρό)επιβάλλω ρ μ
 A judge's job is to apply the law, not to make new laws.
 Η δουλειά των δικαστών είναι να εφαρμόζουν τους νόμους κι όχι να δημιουργούν νέους.
 Η δουλειά των δικαστών είναι να επιβάλλουν τους νόμους κι όχι να δημιουργούν νέους.
apply⇒ vi (be relevant)ισχύω ρ αμ
  έχω εφαρμογή ρ έκφρ
 In this new situation, the old rules do not apply.
 Σε αυτήν την περίπτωση, οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν.
apply to [sb/sth] vi + prep (be relevant to [sb], [sth]) (σε/για κάτι/κάποιον)ισχύω ρ αμ
  έχω εφαρμογή ρ έκφρ
 The guidelines do not apply to this case.
 Οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν ισχύουν σε αυτήν την περίπτωση.
apply to [sth] vi + prep (send a request)κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ περίφρ
 Cathy applied to three universities but none of them accepted her.
 Η Κάθι έκανε αίτηση σε τρία πανεπιστήμια αλλά κανένα δεν τη δέχτηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apply to [sth] vi + prep (submit job application)στέλνω βιογραφικό σε κτ περίφρ
  κάνω αίτηση για δουλειά σε κπ/κτ, στέλνω αίτηση για δουλειά σε κπ/κτ περίφρ
 My brother applied to Microsoft and they offered him a job.
apply [sth] to [sth]⇒ vtr (put to use) (κάτι σε κάτι άλλο)εφαρμόζω, αξιοποιώ, χρησιμοποιώ ρ μ
 Gordon applied his mechanical skills to building and flying aircraft.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
applied | apply
ΑγγλικάΕλληνικά
applied linguistics n (branch of linguistics)εφαρμοσμένη γλωσσολογία ουσ θηλ
applied mathematics n (branch of mathematics)εφαρμοσμένα μαθηματικά ουσ ουδ πλ
applied mechanics n (branch of study of mechanics)εφαρμοσμένη μηχανική ουσ θηλ
applied physics n (branch of physics)εφαρμοσμένη φυσική ουσ θηλ
applied psychology n (branch of psychology)εφαρμοσμένη ψυχολογία ουσ θηλ
 Applied psychology is an important tool in both business management and mental health.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'applied' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [study, teach] the applied sciences, [study] applied [math, mathematics, physics, linguistics], both applied and theoretical [studies, implications], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση applied στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «applied».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!