WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
practical knowledge n (information that can be applied)πρακτική γνώση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I have some practical knowledge of physics but couldn't begin to explain quantum theory.
 Those fishermen have a lot of practical knowledge when it comes to fixing their boats.
 Έχω κάποια πρακτική γνώση της φυσικής αλλά δεν θα μπορούσα να εξηγήσω την κβαντική θεωρία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'practical knowledge' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση practical knowledge στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «practical knowledge».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!