WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| application n | (being usable, relevance) (χρήση, χρησιμότητα) | εφαρμογή ουσ θηλ |
| | The tool looks good, but doesn't seem to have any practical application. |
| | Το εργαλείο είναι καλό στην εμφάνιση, αλλά δε φαίνεται να έχει καμία πρακτική εφαρμογή. |
| application n | (loan, job, etc.) (για δάνειο, εργασία κλπ.) | αίτηση ουσ θηλ |
| | His application for a loan was rejected. |
| | Η αίτησή του για δάνειο απορρίφθηκε. |
| application n | (putting to use) | εφαρμογή, χρήση ουσ θηλ |
| | Carpentry required the application of the geometry he had studied years before. |
| | Η ξυλουργική απαιτούσε τη χρήση (or: εφαρμογή) της γεωμετρίας, την οποία είχε σπουδάσει πριν από χρόνια. |
| application n | (putting on) | εφαρμογή ουσ θηλ |
| | You have to be very careful with the application of the paint to the surface. |
| | Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός κατά την εφαρμογή της μπογιάς στην επιφάνεια. |
| application n | (computers: programme) (Υ/Η: πρόγραμμα) | εφαρμογή ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | application ουσ ουδ άκλ |
| | (κυρίως για κινητά) | app ουσ ουδ άκλ |
| | He downloaded a new application to manage his email addresses. |
| | Κατέβασε μια καινούρια εφαρμογή για να διαχειρίζεται τις ηλεκτρονικές του διευθύνσεις. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| application n | (diligence) | προσήλωση, αφοσίωση ουσ θηλ |
| | The application with which he pursued his studies resulted in top grades. |
| application n | (form used to apply for [sth]) (έντυπο) | αίτηση ουσ θηλ |
| | Have you filled out the application for that job? |
| | Συμπλήρωσες την αίτηση για εκείνη τη δουλειά; |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: