application

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæplɪˈkeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌæplɪˈkeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ap′li kā′shən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
application n (being usable, relevance) (χρήση, χρησιμότητα)εφαρμογή ουσ θηλ
 The tool looks good, but doesn't seem to have any practical application.
 Το εργαλείο είναι καλό στην εμφάνιση, αλλά δε φαίνεται να έχει καμία πρακτική εφαρμογή.
application n (loan, job, etc.) (για δάνειο, εργασία κλπ.)αίτηση ουσ θηλ
 His application for a loan was rejected.
 Η αίτησή του για δάνειο απορρίφθηκε.
application n (putting to use)εφαρμογή, χρήση ουσ θηλ
 Carpentry required the application of the geometry he had studied years before.
 Η ξυλουργική απαιτούσε τη χρήση (or: εφαρμογή) της γεωμετρίας, την οποία είχε σπουδάσει πριν από χρόνια.
application n (putting on)εφαρμογή ουσ θηλ
 You have to be very careful with the application of the paint to the surface.
 Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός κατά την εφαρμογή της μπογιάς στην επιφάνεια.
application n (computers: programme) (Υ/Η: πρόγραμμα)εφαρμογή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)application ουσ ουδ άκλ
  (κυρίως για κινητά)app ουσ ουδ άκλ
 He downloaded a new application to manage his email addresses.
 Κατέβασε μια καινούρια εφαρμογή για να διαχειρίζεται τις ηλεκτρονικές του διευθύνσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
application n (diligence)προσήλωση, αφοσίωση ουσ θηλ
 The application with which he pursued his studies resulted in top grades.
application n (form used to apply for [sth]) (έντυπο)αίτηση ουσ θηλ
 Have you filled out the application for that job?
 Συμπλήρωσες την αίτηση για εκείνη τη δουλειά;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
application form n (document: employment request, etc)αίτηση ουσ θηλ
  έντυπο αίτησης, έγγραφο αίτησης ουσ ουδ
 All you need is a completed application form and a photo ID to get a library card.
 Για να πάρετε κάρτα για τη βιβλιοθήκη χρειάζεστε μόνο μια συμπληρωμένη αίτηση και ένα αποδεικτικό ταυτότητας με φωτογραφία.
citizenship application n (to change nationality)αίτηση για απόκτηση υπηκοότητας περίφρ
 The way to become a citizen is by filling out a citizenship application.
college application n (to get into a college)αίτηση σε πανεπιστήμιο, αίτηση για το πανεπιστήμιο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης.
 My daughter was busy all weekend filling out college applications.
completed application (filled-out form)συμπληρωμένη αίτηση περίφρ
 Send your completed application with a self-addressed stamped envelope to the address printed on page 4.
employment application n (formal response to a job vacancy)αίτηση εργασίας φρ ως ουσ θηλ
 In order to be considered for this position, you must complete an employment application.
patent application n (formal request to copyright [sth])αίτηση παροχής διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αίτηση χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας περίφρ
  αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας περίφρ
spontaneous application n (speculative request for employment)αυθόρμητη αίτηση εργασίας περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'application' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [membership, credit, job, school] applications, the application [deadline, process, procedure], a [simple, fast, complicated] application, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση application στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «application».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!