amusing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈmjuːzɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈmjuzɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(ə myo̅o̅′zing)

From the verb amuse: (⇒ conjugate)
amusing is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v pres p
Σε αυτή τη σελίδα: amusing, amuse

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amusing adj (funny)διασκεδαστικός επίθ
  αστείος, απολαυστικός επίθ
 The new comedy show is amusing.
 Η νέα κωμική παράσταση είναι διασκεδαστική.
amusing adj (enjoyable)διασκεδαστικός επίθ
  απολαυστικός επίθ
 Unlike most of the children, Matt found the ballet amusing.
 Σε αντίθεση με τα περισσότερα παιδιά, ο Ματ θεώρησε το μπαλέτο απολαυστικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amuse [sb]⇒ vtr (be funny)διασκεδάζω ρ μ
 John's jokes amused the whole family.
 Τα ανέκδοτα του Τζον διασκέδασαν όλη την οικογένεια.
amuse [sb] vtr (keep entertained)διασκεδάζω ρ μ
 The puppeteer amused the children for hours.
 Ο κουκλοπαίχτης διασκέδασε τα παιδιά για ώρες.
amuse [sb] vtr (hold [sb]'s attention)είμαι διασκεδαστικός για κπ ρ έκφρ
  κρατάω το ενδιαφέρον κάποιου, κερδίζω το ενδιαφέρον κάποιου περίφρ
 The new cartoon amused the older children, but the younger ones were not interested.
 Το νέο κινούμενο σχέδιο ήταν διασκεδαστικό για τα μεγαλύτερα παιδιά, αλλά τα μικρότερα δεν ενδιαφέρονταν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
amuse | amusing
ΑγγλικάΕλληνικά
amuse yourself vtr + refl (find [sth] entertaining to do)διασκεδάζω ρ αμ
  (επίσημο)ψυχαγωγούμαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'amusing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an amusing [tale, recollection, story, joke, anecdote], it is amusing [when], find it amusing [when, how, that], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση amusing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «amusing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!