Listen:
From the verb amuse : (⇒ conjugate ) amusing is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections v pres p
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κύριες μεταφράσεις
amusing adj (funny) διασκεδαστικός επίθ
αστείος, απολαυστικός επίθ
The new comedy show is amusing.
Η νέα κωμική παράσταση είναι διασκεδαστική.
amusing adj (enjoyable) διασκεδαστικός επίθ
απολαυστικός επίθ
Unlike most of the children, Matt found the ballet amusing.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα παιδιά, ο Ματ θεώρησε το μπαλέτο απολαυστικό.
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κύριες μεταφράσεις
amuse [sb] ⇒ vtr (be funny) διασκεδάζω ρ μ
John's jokes amused the whole family.
Τα ανέκδοτα του Τζον διασκέδασαν όλη την οικογένεια.
amuse [sb] vtr (keep entertained) διασκεδάζω ρ μ
The puppeteer amused the children for hours.
Ο κουκλοπαίχτης διασκέδασε τα παιδιά για ώρες.
amuse [sb] vtr (hold [sb] 's attention) είμαι διασκεδαστικός για κπ ρ έκφρ
κρατάω το ενδιαφέρον κάποιου, κερδίζω το ενδιαφέρον κάποιου περίφρ
The new cartoon amused the older children, but the younger ones were not interested.
Το νέο κινούμενο σχέδιο ήταν διασκεδαστικό για τα μεγαλύτερα παιδιά, αλλά τα μικρότερα δεν ενδιαφέρονταν.
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: