aging

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪdʒɪŋ/

From the verb age: (⇒ conjugate)
aging is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: aging, age

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aging (US),
ageing (UK)
n
(process of getting old)γήρανση ουσ θηλ
  (καθομ, ασύνηθες)γέρασμα ουσ ουδ
 Aging is something that no one can run away from.
 Από τη γήρανση δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς.
aging (US),
ageing (UK)
n
(cheese: process of maturing)ωρίμανση ουσ θηλ
 Aging gives cheddar a stronger flavour.
aging (US),
ageing (UK)
adj
(growing old) (ηλικιακά)ολοένα και γηραιότερο περίφρ
  που μεγαλώνει, που γερνά περίφρ
  γηράσκων επίθ
 They are offering more training courses as part of their effort to replace an ageing workforce.
 Προσφέρουν περισσότερα μαθήματα κατάρτισης ως μέρος της προσπάθειάς τους να αντικαταστήσουν το γηράσκον εργατικό δυναμικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
age n (years lived)ηλικία ουσ θηλ
 At the age of six, David started kindergarten.
 My son is three now and I'm finding it a difficult age.
 Στην ηλικία των έξι ετών, ο Ντέιβιντ πήγε στο νηπιαγωγείο.
age n (era)εποχή ουσ θηλ
 The age of the dinosaurs ended millions of years ago.
 In this multimedia age, you have to check the sources of your information carefully.
 Η εποχή των δεινοσαύρων τελείωσε πριν από εκατομμύρια χρόνια. // Στην εποχή των πολυμέσων που ζούμε πρέπει να ελέγχουμε πολύ προσεκτικά την πηγή των πληροφοριών μας.
age n (old age)ηλικία ουσ θηλ
  προχωρημένη ηλικία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)γερατειά, γηρατειά, γεράματα ουσ ουδ πλ
 Age does not seem to have impaired his memory.
 Φαίνεται ότι τα γηρατειά δεν έχουν εξασθενίσει τη μνήμη του.
age,
ages
n
figurative (long time) (μεταφορικά)χρόνια ουσ ουδ πλ
  (μεταφορικά, εμφατικός τύπος)αιώνας ουσ αρσ
 It's been an age since I last saw him.
 Πέρασαν χρόνια από τότε που τον είδα για τελευταία φορά.
 Πέρασε ένας αιώνας από τότε που τον είδα για τελευταία φορά.
age⇒ vi (grow older) (γίνομαι ηλικιωμένος)γερνάω ρ αμ
  (αυξάνω σε ηλικία)μεγαλώνω ρ αμ
 As people age, they develop wrinkles.
 Όσο γερνούν οι άνθρωποι, κάνουν ρυτίδες.
 Όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι, κάνουν ρυτίδες.
age vi (food, wine: mature)ωριμάζω ρ αμ
 Louis leaves his cheese out on the counter to age.
 Ο Λούις αφήνει το τυρί του να ωριμάσει έξω στον πάγκο.
age [sb]⇒ vtr (make older-looking)γερνάω ρ μ
  κάνω κπ να γεράσει έκφρ
 Smoking ages you by dehydrating your skin.
age [sth]⇒ vtr (wine, whiskey: mature)ωριμάζω ρ μ
 The distillery ages its whiskey in oak casks.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
age suffix (to form abstract nouns) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 For example: bondage, seepage
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
aging | age
ΑγγλικάΕλληνικά
anti-aging (US),
anti-ageing (UK)
adj
(reduces signs of age)αντιγηραντικός επίθ
 The best anti-aging treatment is a good night's sleep.
successful aging (US),
successful ageing (UK)
n
(good health in old age)επιτυχημένη γήρανση φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Σε λίστες: Wine, περισσότερα…
Συμφράσεις: is just a part of the aging process, try to [stem, defy, delay] the aging process, [conditions, illnesses, pain] caused by aging, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aging στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «aging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!