Grooming

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgruːmɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: grooming, groom

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grooming n (horse, dog: brushing)χτένισμα, βούρτσισμα ουσ ουδ
  περιποίηση ουσ θηλ
 Grooming is important to learn to do well if you're going to own a horse.
 Είναι σημαντικό να μάθεις να κάνεις καλά το βούρτσισμα αν πρόκειται να αποκτήσεις άλογο.
grooming n (personal care)περιποίηση ουσ θηλ
  το να περιποιείσαι τον εαυτό σου περίφρ
 Grooming is important if you work in the hotel industry.
grooming n (preying sexually on [sb])αποπλάνηση ουσ θηλ
  (για κακό σκοπό)προσέγγιση ουσ θηλ
 Parents need to be aware of who their children are talking to online and look out for signs of grooming.
 Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν με ποιον μιλάνε τα παιδιά τους στο διαδίκτυο και πρέπει να έχουν το νου τους για σημάδια αποπλάνησης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grooming n (preparation for [sth])προετοιμασία ουσ θηλ
 The years of grooming were finally going to pay off, and Jim was going to get promoted.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
groom vi (animal: clean its hair)καθαρίζομαι ρ αμ
  (πίθηκοι κλπ)ξεψειρίζομαι ρ αμ
 My cat spends half his time grooming, and the other half sleeping.
 Η γάτα μου περνάει τον μισό της χρόνο με το να καθαρίζεται και τον άλλο μισό με το να κοιμάται.
groom itself vtr + refl (animal: clean its hair)καθαρίζομαι ρ αμ
  (πίθηκοι κλπ)ξεψειρίζομαι ρ αμ
 The ape groomed itself.
 Ο πίθηκος ξεψειριζόταν.
groom [sth] vtr (clean an animal)βουρτσίζω, χτενίζω ρ μ
  (συνήθως άλογο)ξυστρίζω ρ μ
 The stable worker groomed the horse after her ride.
 Ο σταβλίτης ξύστρισε το άλογο μετά τη βόλτα της.
groom [sth/sb] vtr (person: brush hair)περιποιούμαι, φροντίζω, φτιάχνω ρ μ
  χτενίζω ρ μ
 While Fred groomed his beard, Jane got dressed.
 Όσο ο Φρεντ περιποείτο τα γένια του η Τζέιν ντυνόταν.
groom yourself vtr + refl (person: make yourself neat)καλλωπίζομαι ρ μ αυτοπαθ
  (ανεπίσημο)φτιάχνομαι ρ μ αυτοπαθ
 My brother spends hours grooming himself before a date.
 Ο αδερφός μου καλλωπίζεται με τις ώρες πριν από τα ραντεβού του.
groom [sb] vtr figurative (prepare: [sb] for [sth])προετοιμάζω ρ μ
 The university groomed their top students to become rich and powerful.
 Το πανεπιστήμιο προετοίμαζε τους καλύτερους φοιτητές του να γίνουν πλούσιοι και ισχυροί.
groom [sb] for [sth] vtr + prep figurative (prepare: [sb] for [sth](κάποιον για κάτι)προετοιμάζω ρ μ
 The manager groomed Jeff for the sales position.
 Ο μάνατζερ προετοίμαζε τον Τζεφ για τη θέση στις πωλήσεις.
groom [sb] vtr figurative (predator: sexually)προσεγγίζω ρ μ
  αποπλανώ ρ μ
 The offender had been grooming children online.
groom n (bridegroom: man on his wedding day)γαμπρός ουσ αρσ
 The groom stood at the front of the aisle, waiting for his bride.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
groom n (stable worker: horse groomer)ιπποκόμος ουσ αρσ/θηλ
  σταβλίτης ουσ αρσ
 Elise worked at the stables as a groom in exchange for riding lessons.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
grooming | groom
ΑγγλικάΕλληνικά
personal grooming n (care of appearance)προσωπική περιποίηση επίθ + ουσ θηλ
 Felix's mother always reminded him that personal grooming is very important.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Grooming' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Grooming στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Grooming».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!