WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| suspect [sb]⇒ vtr | (think guilty) | υποπτεύομαι ρ μ |
| | The police suspect the victim's husband, but they haven't found enough proof to arrest him. |
| | Η αστυνομία υποπτεύεται τον σύζυγο του θύματος, αλλά δεν έχει βρει ακόμα αρκετές αποδείξεις για να τον συλλάβει. |
suspect [sb] of [sth], suspect [sb] of doing [sth] vtr + prep | (believe guilty of) | υποπτεύομαι κπ για κτ, υποψιάζομαι κπ για κτ ρ μ + πρόθ |
| | (ότι/πως κπ κάνει κτ) | υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ρ μ |
| | I suspect Tom of stealing those stationery supplies. |
| | Υποπτεύομαι τον Τομ για την κλοπή της γραφικής ύλης. |
| | Υποπτεύομαι ότι ο Τομ έκλεψε τη γραφική ύλη. |
suspect [sth], suspect that⇒ vtr | (think possibly) (ότι/πως) | υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ρ μ |
| | | έχω την υποψία περίφρ |
| | | υποθέτω, θεωρώ, πιστεύω ρ μ |
| | The plumber says he can get all the work done in an hour, but I suspect it will take longer than that. |
| | Ο υδραυλικός λέει ότι μπορεί να κάνει όλη τη δουλειά σε μια ώρα, αλλά υποψιάζομαι ότι θα πάρει παραπάνω. |
| suspect n | (of a crime) | ύποπτος επίθ ως ουσ |
| | The police are interviewing several suspects in relation to the recent spate of burglaries. |
| | Η αστυνομία ανακρίνει διάφορους υπόπτους σε σχέση με το πρόσφατο κύμα κλοπών. |
| suspect adj | (suspicious) | ύποπτος επίθ |
| | The doctor sent her patient to see a dermatologist because of a suspect mole. |
| | Η γιατρός έστειλε τον ασθενή της στον δερματολόγο λόγω μιας ύποπτης ελιάς. |