suspect

UK:*UK and possibly other pronunciationsnoun: /ˈsʌspɛkt/, adjective: /ˈsʌspɛkt/, verb: /səˈspɛkt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/v. səˈspɛkt; n. ˈsʌspɛkt; adj. ˈsʌspɛkt, səˈspɛkt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. sə spekt; n. suspekt; adj. suspekt, sə spekt)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suspect [sb] vtr (think guilty)υποπτεύομαι ρ μ
 The police suspect the victim's husband, but they haven't found enough proof to arrest him.
 Η αστυνομία υποπτεύεται τον σύζυγο του θύματος, αλλά δεν έχει βρει ακόμα αρκετές αποδείξεις για να τον συλλάβει.
suspect [sb] of [sth],
suspect [sb] of doing [sth]
vtr + prep
(believe guilty of)υποπτεύομαι κπ για κτ, υποψιάζομαι κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  (ότι/πως κπ κάνει κτ)υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ρ μ
 I suspect Tom of stealing those stationery supplies.
 Υποπτεύομαι τον Τομ για την κλοπή της γραφικής ύλης.
 Υποπτεύομαι ότι ο Τομ έκλεψε τη γραφική ύλη.
suspect [sth],
suspect that
vtr
(think possibly) (ότι/πως)υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ρ μ
  έχω την υποψία περίφρ
  υποθέτω, θεωρώ, πιστεύω ρ μ
 The plumber says he can get all the work done in an hour, but I suspect it will take longer than that.
 Ο υδραυλικός λέει ότι μπορεί να κάνει όλη τη δουλειά σε μια ώρα, αλλά υποψιάζομαι ότι θα πάρει παραπάνω.
suspect n (of a crime)ύποπτος επίθ ως ουσ
 The police are interviewing several suspects in relation to the recent spate of burglaries.
 Η αστυνομία ανακρίνει διάφορους υπόπτους σε σχέση με το πρόσφατο κύμα κλοπών.
suspect adj (suspicious)ύποπτος επίθ
 The doctor sent her patient to see a dermatologist because of a suspect mole.
 Η γιατρός έστειλε τον ασθενή της στον δερματολόγο λόγω μιας ύποπτης ελιάς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'suspect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a suspect [answer, argument, explanation], [gave, offered, came out with] a suspect explanation, has suspect intentions, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση suspect στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «suspect».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!