• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surefire,
also UK: sure-fire
adj
informal (certain to succeed)σίγουρος επίθ
  (θα πάει καλά)σίγουρη επιτυχία επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)σίγουρο χαρτί επίθ + ουσ ουδ
 Exercising without warming up beforehand is a surefire way to cause yourself an injury.
 Η γυμναστική χωρίς ζέσταμα είναι σίγουρος τρόπος για να τραυματιστείς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση surefire στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «surefire».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!