stupid

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstjuːpɪd/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈstupɪd, ˈstju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sto̅o̅pid, styo̅o̅-)


Inflections of 'stupid' (adj):
stupider
adj comparative
stupidest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stupid adj (person: not clever) (όχι έξυπνος)χαζός, ηλίθιος, ανόητος επίθ
  βλαμμένος μτχ πρκ
  (προσβλητικό)βλάκας ουσ ως επίθ
 He is so stupid that he couldn't figure it out.
 Είναι τόσο βλάκας (or: χαζός) που δεν μπορούσε να το καταλάβει.
stupid adj (idea: nonsensical) (χωρίς νόημα)βλακώδης, ανόητος επίθ
 It was a stupid argument that didn't make any sense at all.
 Ήταν ένα βλακώδες (or: ανόητο) επιχείρημα που δεν είχε καν νόημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stupid adj (boring)βαρετός επίθ
  ανιαρός, πληκτικός επίθ
 It was such a stupid lecture that I nearly fell asleep.
stupid adj (annoying)ενοχλητικός, εκνευριστικός επίθ
  (καθομιλουμένη)σπαστικός επίθ
 Her stupid voice is really bothering me.
stupid adj (numb, as if drugged) (καθομιλουμένη)αποβλακωμένος μτχ πρκ
  ζαβλακωμένος μτχ πρκ
 James was feeling stupid from lack of sleep.
stupid n informal, pejorative (stupid person)βλαμμένος ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (προσβλητικό)ηλίθιος, ηλίθια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  βλάκας ουσ αρσ
Σχόλιο: βλαμμένος: Το ουδέτερο (βλαμμένο) χρησιμοποιείται συχνά, κυρίως από παιδιά, τόσο για αγόρια όσο και για κορίτσια.
 Hey, stupid! What do you think you are doing?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
stupid person n pejorative (idiot)βλάκας, χαζός, ηλίθιος, ανόητος ουσ αρσ
Σχόλιο: ουσιαστικοποιημένα επίθετα
 A stupid person cannot add two and two.
stupid thing n (foolish act)χαζομάρα, βλακεία, ανοησία ουσ θηλ
 Forgetting your coat in this frigid weather was a stupid thing to do.
stupid thing n (regrettable fact or event)χαζομάρα, βλακεία, ανοησία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stupid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [internet, mechanics, DIY, electricity] for the stupid, was a stupid [choice, decision, question, idea], hey, stupid, what are you [up to, doing]?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stupid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stupid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!