• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stray vi (go away from)απομακρύνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)ξεμακραίνω ρ αμ
  (από την πορεία)ξεστρατίζω
 The young boy had strayed far from home and he was lost.
 Το νεαρό αγόρι είχε απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι και είχε χαθεί.
stray vi (wander)περιπλανιέμαι ρ αμ
 The shepherd ensures that the sheep do not stray.
stray adj (animal)αδέσποτος επίθ
 Adam gave the stray cat some milk.
 Ο Άνταμ έδωσε στην αδέσποτη γάτα λίγο γάλα.
stray vi figurative (from topic)ξεφεύγω ρ αμ
 The professor was supposed to be talking about philosophy, but he kept straying onto other things.
 Ο καθηγητής υποτίθεται πως θα μιλούσε για φιλοσοφία, αλλά συνεχώς ξέφευγε και μιλούσε για άλλα θέματα.
stray n (animal)αδέσποτο επίθ ως ουσ
 Judging by its ill-kempt appearance, the dog was definitely a stray.
 Κρίνοντας από την κακή εμφάνισή του, ο σκύλος ήταν σίγουρα αδέσποτο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stray adj (not with others) (καθομιλουμένη, μτφ)αδέσποτος επίθ
  (σε διάφορα σημεία)σκόρπιος επίθ
  σκορπισμένος μτχ πρκ
 Jane picked up the stray toys her toddler had left around the living room and put them away in the toy box.
stray vi (have affair)ξενοκοιμάμαι ρ αμ
  (ανεπίσημο, παλαιό)μπερμπαντεύω ρ αμ
 Rick suspected his wife was straying.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
stray animal n (dog or cat living in the streets)αδέσποτο ζώο επίθ + ουσ ουδ
  αδέσποτο επίθ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'straying' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση straying στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «straying».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!