steep

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstiːp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/stip/ ,USA pronunciation: respelling(stēp)

Inflections of 'steep' (adj):
steeper
adj comparative
steepest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steep adj (sharply sloped)απότομος, απόκρημνος επίθ
 The house was at the top of a steep hill.
 Το σπίτι βρισκόταν στην κορυφή ενός απότομου λόφου.
steep [sth] vtr (infuse, brew) (πχ τσάι)αφήνω να τραβήξει περίφρ
  (επίσημο)εκχυλίζω ρ μ
  φτιάχνω εκχύλισμα περίφρ
 Jessica steeped some nettles to make an organic fertiliser for the garden.
 Η Τζέσικα έφτιαξε εκχύλισμα από τσουκνίδες για να φτιάξει οργανικό λίπασμα για τον κήπο.
steep [sth] in [sth] vtr + prep (infuse, brew)αφήνω να τραβήξει περίφρ
  (κάτι σε κάτι)βάζω ρ μ
  (επίσημο)εκχυλίζω ρ μ
 Peter steeped a tea bag in a mug of boiling water.
 Ο Πίτερ έβαλε ένα φακελάκι τσαγιού σε μια κούπα βραστό νερό.
steep [sth] vtr (soak)μουλιάζω, μουσκεύω ρ μ
  (επίσημο)διαποτίζω, διαβρέχω ρ μ
 The rain steeped the ground.
 Η βροχή μούσκεψε το έδαφος.
steep [sth] in [sth] vtr + prep (soak in [sth])βουτάω κτ σε κτ, βυθίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  μουλιάζω κτ σε κτ, μουσκεύω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)εμβαπτίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Olivia steeped the dress in the dye solution.
 Η Ολίβια βούτηξε (or: μούλιασε) το φόρεμα στο διάλυμα της βαφής.
steep vi (infuse, brew)τραβάω ρ αμ
  (επίσημο)εκχυλίζομαι, εγχύομαι ρ αμ
 Keith poured boiling water on the tea and let it steep.
 Ο Κιθ έειξε βραστό νερό πάνω στο τσάι και το άφησε να ταβήξει.
steep vi (soak)μουλιάζω, μουσκεύω, ποτίζω ρ αμ
  (επίσημο)διαποτίζομαι ρ αμ
 Linda put the stained shirt in the water and left it to steep.
 Η Λίντα έβαλε το λεκιασμένο πουκάμισο στο νερό και το άφησε να μουσκέψει.
steep [sb] in [sth] vtr + prep figurative, often passive (imbue with) (μεταφορικά)διαποτίζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (εγώ ο ίδιος)διαποτίζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 The young man was steeped in the ideology of the radical group.
 Ο νεαρός άντρας είχε διαποτιστεί από την ιδεολογία της ριζοσπαστικής ομάδας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steep adj figurative, informal (price: expensive)ακριβός επίθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τσιμπημένος μτχ πρκ
 Alice thought £2,000 was a bit steep for such an old car, especially as it wasn't in very good condition.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
steep path n (sharply-sloping walkway)απότομο/απόκρημνο μονοπάτι έκφρ
 A steep path led up to the old house.
steep price n informal (very high cost)πολύ υψηλή/υπερβολική τιμή έκφρ
 First-edition books can command a steep price at auction.
steep slope n (sharp incline)απότομη κλίση έκφρ
 The castle is set at the top of a steep slope.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'steep' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: steep (the tea) for [five, several] minutes, steep (the tea) in [hot, boiling] water, a steep [climb, ascent, incline, ride, slope, hill, face, cliff], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση steep στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «steep».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!