• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pediment n (architecture: triangle below sloped roof)αέτωμα ουσ ουδ
 The workers are working to restore the pediment's stone carvings.
pediment n (rocks at foot of steep slope) (γεωλογία: βραχώδης πεδιάδα)πετρώδης πρόποδας έκφρ
  ξηρή βραχώδης πεδιάδα έκφρ
  βραχώδης πλαγιά φρ ως ουσ θηλ
  (σε ορεινή έρημο)πανπεδιάδα ουσ θηλ
 Today we learned about pediments in geology class.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pediment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pediment στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pediment».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!