servant

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːrvənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsɝvənt/ ,USA pronunciation: respelling(sûrvənt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
servant n (domestic help)υπηρέτης, υπηρέτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Before the Second World War, many UK households had servants.
 Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλά νοικοκυριά στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν υπηρέτες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
servant n (person who serves)υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ
 The servants of the company ensured its operations ran smoothly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
civil servant n (government employee)δημόσιος υπάλληλος ουσ αρσ
 Some civil servants give the government a bad name.
 Μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι χαλάνε το όνομα της κυβέρνησης.
domestic servant n (hired to do chores)οικιακός βοηθός ουσ αρσ
  οικιακή βοηθός ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, αγενές)υπηρέτης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, αγενές)υπηρέτρια ουσ θηλ
 She was found to have employed an illegal immigrant as a domestic servant.
indentured servant n (contract worker without pay)υπηρέτης με συμφωνητικό που δεν λαμβάνει μισθό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
public servant (person in government job)δημόσιος υπάλληλος επίθ + ουσ αρσ
  δημόσιος λειτουργός επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'servant' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [faithful, trusted, loyal, devoted, lowly] servant, the [family's, royal's, household's] loyal servant, was a long-standing servant of the [family], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση servant στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «servant».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!