WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| constraint n | (limit) | περιορισμός ουσ αρσ |
| | The constraints of the law prevent police from deciding on a suspect's punishment. |
| | Οι περιορισμοί του νόμου αποτρέπουν την αστυνομία απ' το να αποφασίσει για την τιμωρία των υπόπτων. |
| constraint n | often plural (condition that restricts [sth]) | περιορισμός ουσ αρσ |
| | (συνήθως πληθυντικός: κοινωνική) | σύμβαση ουσ θηλ |
| | Social constraints dictated that Rodney greet his co-workers, despite their betrayal. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| constraint n | (stiff manner) (συγκρατημένη στάση) | διστακτικότητα, αμηχανία ουσ θηλ |
| | | αυτοσυγκράτηση ουσ θηλ |
| constraint n | (repression of emotion) | αυτοπειθαρχία, αυτοσυγκράτηση ουσ θηλ |
| | Instead of yelling, Molly used constraint and quietly told the child what he did wrong. |