WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| provider n | (household's main earner) | αυτός που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι περίφρ |
| | (παλαιό, μεταφορικά) | κουβαλητής ουσ αρσ |
| | More and more women are becoming the providers in their families. |
| | Όλο και περισσότερες γυναίκες φέρνουν τα λεφτά στο σπίτι για τις οικογένειές τους. |
| provider n | (telecommunications company) | πάροχος ουσ αρσ |
| | (τηλεπικοινωνιών) | εταιρεία ουσ θηλ |
| | Neil called his provider about a problem with his internet connection. |
| | Ο Νηλ κάλεσε τον πάροχό του για ένα πρόβλημα με τη σύνδεσή του στο διαδίκτυο. |
provider, provider of [sth] n | (company in general) | πάροχος ουσ αρσ |
| | Our company is the country's largest provider of recycling services. |
| | Η εταιρεία μας είναι ο μεγαλύτερος πάροχος υπηρεσιών ανακύκλωσης της χώρας. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: