performing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pərˈfɔːrmɪŋ/

Σε αυτή τη σελίδα: performing, perform

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
performing adj (trained to perform)εκπαιδευμένος μτχ πρκ
  (κατά λέξη)εκπαιδευμένος να δίνει παραστάσεις
 My niece watched the troop of performing cats with rapt attention.
 Η ανιψιά μου παρακολουθούσε την ομάδα με τις εκπαιδευμένες γάτες με απόλυτη προσήλωση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
performing n (acting)το να δίνω παραστάσεις περίφρ
  (για ηθοποιούς, μουσικούς)το να ερμηνεύω περίφρ
  (καθομ: για ηθοποιούς)το να παίζω περίφρ
 Barry loves performing, so he's joined a local theatre group.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
perform [sth] vtr (enact)παρουσιάζω ρ μ
  παίζω ρ μ
 They performed a skit to amuse the crowd.
 Παρουσίασαν ένα σκετς για να διασκεδάσουν τον κόσμο.
perform [sth] vtr (duty, task: carry out)εκτελώ ρ μ
  κάνω ρ μ
 If you can't perform the activities required, find someone who can.
 Δεν μπορώ να εκτελέσω τις δραστηριότητες που απαιτούνται, βρες κάποιον που να μπορεί.
 Δεν μπορώ να κάνω αυτά που που απαιτούνται, βρες κάποιον που να μπορεί.
perform vi (act, put on a play)δίνω παράσταση περίφρ
  παίζω ρ μ
  (για ρόλο)ερμηνεύω ρ μ
 The comedian performs three nights per week.
 Ο κωμικός δίνει παράσταση τρεις βραδιές την εβδομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
perform vi (have sex) (σεξουαλικά)αποδίδω ρ αμ
 The old man couldn't perform like he used to.
perform vi (succeed)είμαι αποδοτικός ρ έκφρ
 The salespeople need to perform or they lose their jobs.
perform [sth] vtr (fulfil)ικανοποιώ ρ μ
 He was not authorised to perform her request.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
performing | perform
ΑγγλικάΕλληνικά
non-performing loan n (debt which is not being repaid) (οικονομία)μη εξυπηρετούμενο δάνειο περίφρ
  δάνειο που δεν εξυπηρετείται περίφρ
nonperforming,
non-performing
adj
(failing, underachieving)μη αποδοτικός περίφρ
  (οικονομικά: δάνειο)μη εξυπηρετούμενος περίφρ
  (οικονομικά: υποχρέωση)ασύμφορος επίθ
performing arts npl (dance, drama, music)παραστατικές τέχνες φρ ως ουσ θηλ πλ
 That school has a great program for the performing arts.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'performing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is the best his performing has ever been, this performing is [great, top notch, terrible, hard to watch], that was some [great] performing!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση performing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «performing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!