• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
of age adj (legally adult)ενήλικος επίθ
  (καθομιλουμένη)αρκετά μεγάλος επίρ + επίθ
 How can I be of age to serve in the military but too young to buy a beer?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
come of age v expr (reach adulthood)ενηλικιώνομαι ρ αμ
 Many cultures have a ritual to celebrate when a youth comes of age.
come of age v expr figurative (be fully developed)εξελίσσομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ανάγομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Has blogging finally come of age as a way to make money?
 Έχει, τελικά, εξελιχθεί το μπλόγκινγκ σε δραστηριότητα από την οποία μπορεί κανείς να βγάλει χρήματα;
coming of age n (reaching adulthood)ενηλικίωση ουσ θηλ
 "Cinema Paradiso" is a film about the coming of age of an Italian boy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'of age' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση of age στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «of age».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!