mend

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɛnd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mɛnd/ ,USA pronunciation: respelling(mend)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mend [sth] vtr (repair: clothes, shoes)διορθώνω, επιδιορθώνω ρ μ
  (για ρούχα, υφάσματα)ράβω ρ μ
  (καθομ: ρούχα, υφάσματα)μπαλώνω ρ μ
 The cobbler mended Tracy's shoes.
 Ο τσαγκάρης επιδιόρθωσε τα παπούτσια της Τρέισι.
mend vi (injury, body part: heal)αναρρώνω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)γίνομαι καλά ρ έκφρ
  (ανεπίσημο)γιατρεύομαι ρ αμ
  (παλαιό)γιαίνω ρ αμ
 Richard had to wait for his leg to mend before he could play sports again.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mend n (mended place)σημείο όπου έγινε η διόρθωση περίφρ
  (για ρούχα, υφάσματα)ραφή ουσ θηλ
  (καθομ: ρούχα, υφάσματα)μπάλωμα ουσ θηλ
 The pieces have been put together so skillfully that you can barely see the mend.
mend n informal (act of mending)διόρθωση, επιδιόρθωση ουσ θηλ
  (για ρούχα, υφάσματα)ράψιμο ουσ ουδ
  (καθομ: ρούχα, υφάσματα)μπάλωμα ουσ ουδ
 She carries a sewing kit when she travels, in case something needs a quick mend.
mend [sth/sb] vtr (heal)θεραπεύω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κάνω κπ καλά περίφρ
 The doctor worked hard to mend her patients.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
make do and mend v expr UK (reuse and recycle clothing, etc.) (για ρούχα)μπαλώνω και ξαναχρησιμοποιώ περίφρ
  (γενικότερα)επιδιορθώνω και ξαναχρησιμοποιώ
mend your ways v expr figurative (behave better, be more moral)βελτιώνω τον τρόπο συμπεριφοράς μου έκφρ
  συμπεριφέρομαι καλύτερα ρ αμ + επίρ
on the mend adj informal (recovering)που αναρρώνει, που βελτιώνεται, που πάει καλύτερα περίφρ
 She was in hospital for a month after the crash, but now she is finally on the mend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mend' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a mend in the [fabric, fence, dress, seam], hoping for [a quick, an easy, a simple] mend, should be [a quick] mend, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mend στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mend».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!