menacing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɛnɪsɪŋ/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈmɛnəsɪŋ/

From the verb menace: (⇒ conjugate)
menacing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: menacing, menace

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
menacing adj (threatening)απειλητικός επίθ
 He gave me a menacing look and left the room.
 Μου έριξε ένα απειλητικό βλέμμα και έφυγε από το δωμάτιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
menace n ([sth/sb] threatening harm)απειλή ουσ θηλ
  πληγή ουσ θηλ
 Rats have become a menace in some parts of the city.
 Οι αρουραίοι έχουν καταστεί απειλή σε ορισμένα τμήματα της πόλης.
menace n informal (troublesome, annoying person)μπελάς ουσ αρσ
  (εμφατικός τύπος)σκέτος μπελάς, κακός μπελάς επίθ + ουσ αρσ
 The class clown is a menace and should be expelled.
 Ο καραγκιόζης της τάξης είναι μπελάς και θα έπρεπε να αποβληθεί.
menace n (threat to inflict harm)απειλητικός τρόπος επίθ + ουσ αρσ
 "No one is leaving,'' the bank robbers said with menace.
 «Δεν φεύγει κανείς,» είπαν οι ληστές της τράπεζας με απειλητικό τρόπο.
menace [sb] vtr (threaten to harm [sb])απειλώ ρ μ
  (προκαλώ φόβο)φοβερίζω ρ μ
 Gareth seems to take pleasure in menacing his colleagues.
 Ο Γκάρεθ φαίνεται να απολαμβάνει να απειλεί τους συναδέλφους του.
menace [sb/sth] vtr (threaten, endanger [sb], [sth])απειλώ, φοβερίζω ρ μ
 Widespread pollution menaces our planet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
menace | menacing
ΑγγλικάΕλληνικά
a menace to society n (law: dangerous person)απειλή για την κοινωνία περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'menacing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση menacing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «menacing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!