• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: leafed, leaf

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leafed,
leaved
adj
(having leaves)που έχει φύλλα περίφρ
leafed,
-leafed,
leaved,
-leaved
adj
(having a type of leaf)-φυλλος επίθημα
  με... φύλλα περίφρ
Σχόλιο: Used in combination
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leaf n (tree: foliage)φύλλο ουσ ουδ
 The trees lost their leaves early this year because of the frost.
 Τα δέντρα έχασαν νωρίς τα φύλλα τους φέτος εξαιτίας του παγετού.
leaf n (sheet of paper, page)φύλλο ουσ ουδ
  (όταν ξεφυλλίζω)σελίδα ουσ θηλ
 Ben turned over a leaf in his book and kept reading.
 Ο Μπεν γύρισε σελίδα στο βιβλίο του και συνέχισε να διαβάζει.
leaf n (part of table) (μεταφορικά)φύλλο ουσ ουδ
 When the kids moved out Sam dropped the table leaves to make the dining table smaller.
 Όταν τα παιδιά του Σαμ μετακόμισαν έβγαλε τα φύλλα από το τραπέζι για να γίνει μικρότερο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leaf n (thin sheet of metal)φύλλο ουσ ουδ
 The book was decorated with gold leaf.
leaf n (foliage)φύλλο ουσ ουδ
  (σύνολο φύλλων)φύλλωμα ουσ ουδ
  φυλλωσιά ουσ θηλ
 The leaf of the maple tree has three points.
leaf⇒ vi (grow leaves)βγάζω φύλλα περίφρ
 The trees leafed late because of the long winter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
leaf | leafed
ΑγγλικάΕλληνικά
leaf through [sth] vtr phrasal insep (flip the pages of)ξεφυλλίζω ρ μ
 I was leafing through an old magazine when the doctor came in.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
leafed | leaf
ΑγγλικάΕλληνικά
broadleaved,
broad-leaved,
broadleaf,
broadleafed,
broad-leafed
adj
(plant: having wide leaves)πλατύφυλλος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'leafed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση leafed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «leafed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!