justice

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'justice', 'Justice': /ˈdʒʌstɪs/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈdʒʌstɪs/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling( justis)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
justice n (fairness)δικαιοσύνη ουσ θηλ
 Children learn the concept of justice at an early age.
 Τα παιδιά μαθαίνουν την έννοια της δικαιοσύνης σε νεαρή ηλικία.
Justice n (title: Judge)δικαστής ουσ αρσ/θηλ
 Justice Brown listened to the plaintiff's story.
Justice n US (Department of Justice)Υπουργείο Δικαιοσύνης φρ ως ουσ ουδ
 Justice has to deal with this issue.
 The matter is no longer under the jurisdiction of Justice since the FBI has taken over.
 Το Υπουργείο Δικαιοσύνης πρέπει να επιληφθεί του θέματος αυτού. // Το θέμα δεν είναι πια στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης από τότε που το ανέλαβε το FBI.
justice n (administration of law)δικαιοσύνη ουσ θηλ
 The police brought the criminal to justice.
 Η αστυνομία έφερε τον εγκληματία ενώπιον της δικαιοσύνης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
justice n (validity)δίκαιο, δίκιο ουσ ουδ
 The justice of Fred's actions is unquestionable.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
administer justice vtr + n (implement the law)απονέμω δικαιοσύνη περίφρ
 Judge Green always strives to administer justice in an impartial manner.
administer justice vtr + n (sentence criminals)απονέμω δικαιοσύνη περίφρ
bring [sb] to justice v expr (take to court)φέρνω κπ ενώπιον της δικαιοσύνης περίφρ
 Police officers must bring outlaws to justice.
bring [sb] to justice v expr (punish)φέρνω κπ ενώπιον της δικαιοσύνης περίφρ
Chief Justice n US (presiding judge of Supreme Court)πρόεδρος Ανώτατου Δικαστηρίου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
criminal justice n (legal and police system)ποινική δικαιοσύνη ουσ θηλ
 A majority of young men in the criminal justice system have only committed non-violent crimes.
deal out justice v expr (judge: pass sentence)καταδικάζω, απονέμω ποινή έκφρ
do [sb/sth] justice,
do justice to [sb/sth]
v expr
(present fairly and accurately) (με γενική)είμαι αντάξιος κπ/κτ έκφρ
  αντιπροσωπεύω ρ αμ
  αντικατοπτρίζω ρ αμ
 Mr. Smith's oil portrait of the Queen really did her justice.
 Karen's work did justice to her reputation.
 Το πορτρέτο σε λάδι του κ. Σμιθ είναι πραγματικά αντάξιο της βασίλισσας. Η δουλειά της Κάρεν ήταν αντάξια της φήμης της.
ICJ n initialism (International Court of Justice)Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης φρ ως ουσ ουδ
JP,
J.P.
n
initialism (justice of the peace)ειρηνοδίκης ουσ αρσ/θηλ
justice of the peace n (magistrate)ειρηνοδίκης ουσ αρσ/θηλ
 We don't need a priest to get married; we can go to a justice of the peace.
Lord Chief Justice n (UK Court of Appeal judge)δικαστής εφετείου στο Ηνωμένο Βασίλειο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
miscarriage of justice n (law: wrongful judgement)δικαστική πλάνη ουσ θηλ
 He was deemed to have suffered a miscarriage of justice and was released from prison.
natural justice n (accepted moral principles)φυσικό δίκαιο επίθ + ουσ ουδ
  φυσική δικαιοσύνη επίθ + ουσ θηλ
not do justice to [sth/sb],
not do [sth/sb] justice
v expr
(not show well) (κάποιον/κάτι)αδικώ ρ μ
  (με γενική)δεν είμαι αντάξιος περίφρ
  (κάποιο χαρακτηριστικό)δεν προβάλλω, δεν αντιπροσωπεύω περίφρ
 That photograph does not do justice to her beauty.
pervert the course of justice v expr (influence outcome of a trial)διαστρευλώνω τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης περίφρ
 Her lies perverted the course of justice in the case.
poetic justice n uncountable (fair reward, punishment) (μεταφορικά)θεία δίκη επίθ + ουσ θηλ
restorative justice n (meeting between offender and victim)αποκαταστατική δικαιοσύνη επίθ + ουσ θηλ
retributive justice n (revenge)εκδίκηση, αντεκδίκηση ουσ θηλ
 Vendettas are a traditional form of retributive justice still practised in many parts of the world.
 Οι βεντέτες είναι παραδοσιακοί τρόποι εκδίκησης που χρησιμοποιούνται ακόμα σε κάποια μέρη του κόσμου.
see justice done v expr (ensure fairness)αποδίδεται δικαιοσύνη περίφρ
 I don't want revenge; all I want is to see justice done.
seek justice vtr + n (take a matter to court)προσφεύγω στη δικαιοσύνη έκφρ
SJW n initialism, pejorative, informal (social justice warrior)που μάχεται για την κοινωνική δικαιοσύνη περίφρ
social justice n (fairness in society)κοινωνική δικαιοσύνη επίθ + ουσ θηλ
social justice warrior n pejorative (person with progressive views)που μάχεται για την κοινωνική δικαιοσύνη περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'justice' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the justice of the peace, the courts of justice, justice in his [words, remarks, comments, actions], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση justice στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «justice».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!