• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: itching, itch

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
itching n (skin: irritating sensation)φαγούρα ουσ θηλ
  (επίσημο: ιατρική)κνησμός ουσ αρσ
 An allergic reaction may cause itching and redness.
itching adj (experiencing an itch)που με φαγουρίζει, που με τρώει έκφρ
  (επίσημο: ιατρική)που παρουσιάζει κνησμό έκφρ
 Psoriasis causes patches of red, itching skin.
itching adj figurative (longing, desire: insistent)ακατανίκητος επίθ
  λαχτάρα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)καημός ουσ αρσ
 The athlete has an itching desire to get back on the track now that his leg injury has healed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
itch n (skin irritation)φαγούρα ουσ θηλ
  (επίσημο: ιατρική)κνησμός ουσ αρσ
 Kyle had an itch where the mosquito bit him.
 Ο Κάιλ είχε φαγούρα εκεί που τον τσίμπησε το κουνούπι.
itch n figurative (desire)λαχτάρα, επιθυμία ουσ θηλ
  πόθος ουσ αρσ
  (ανεπ, μτφ: να κάνω κτ)με τρώει έκφρ
  (ανεπ, μτφ: να κάνω κτ)τρώγομαι ρ αμ
 Peter felt the itch to go traveling.
 Ο Πήτερ είχε λαχτάρα να ταξιδέψει.
itch⇒ vi (skin, rash, wound: be itchy)προκαλώ φαγούρα περίφρ
  (καθομιλουμένη)με φαγουρίζει, με ξύνει έκφρ
  (ανεπίσημο, μτφ)με τρώει έκφρ
 The rash itched terribly.
 Το εξάνθημα με έτρωγε αφόρητα.
itch vi (clothing, fabric: irritate)προκαλώ φαγούρα περίφρ
  (καθομιλουμένη)με φαγουρίζει, με ξύνει έκφρ
  (ανεπίσημο, μτφ)με τρώει έκφρ
 Sarah's new shirt was rough and itched uncomfortably.
 Το καινούργιο πουκάμισο της Σάρας ήταν τραχύ και την φαγούριζε πολύ.
itch vi (feel skin irritation)έχω φαγούρα ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)ξύνομαι ρ αμ
 This chickenpox is driving me crazy; I itch all over.
 Η ανεμοβλογιά μου τη δίνει. Έχω φαγούρα παντού.
itch [sth]⇒ vtr (cause irritation) (σε κτ)προκαλώ φαγούρα περίφρ
  (καθομιλουμένη)με φαγουρίζει, με ξύνει έκφρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)με τρώει έκφρ
 This woolen sweater is itching my back.
 Αυτό το μάλλινο πουλόβερ με φαγουρίζει στην πλάτη.
itch for [sth] to do [sth] v expr figurative (be impatient for)ανυπομονώ ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)δεν κρατιέμαι έκφρ
  (καθομιλουμένη)περιμένω πώς και πώς έκφρ
Σχόλιο: always used in a progressive tense
 I'm itching for the summer holidays to start!
 Ανυπομονώ να έρθουν οι διακοπές του καλοκαιριού!
itch to do [sth] v expr figurative (be impatient to) (καθομιλουμένη, μτφ: να κάνω κτ)δεν κρατιέμαι έκφρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά: να κάνω κτ)τρώγομαι ρ αμ
Σχόλιο: always used in a progressive tense
 I'm itching to tell you the gossip about Mandy ...
 Δεν κρατιέμαι να σου πω το κουτσομπολιό για τη Μάντυ...
itch [sth] vtr informal (scratch)ξύνω ρ μ
 Jim itched the rash on his arm constantly, and it kept getting worse.
 Ο Τζιμ έξυνε συνέχεια το εξάνθημα στο μπράτσο του και αυτό όλο και χειροτέρευε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
itch | itching
ΑγγλικάΕλληνικά
jock itch n US, slang (genital infection)δερματοφυτίαση ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος αργκό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'itching' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση itching στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «itching».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!