implied

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈplaɪd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(im plīd′)

From the verb imply: (⇒ conjugate)
implied is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: implied, imply

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implied adj (understood, not stated) (χωρίς να ειπωθεί σαφώς)που εννοείται, που υπονοείται περίφρ
  που υποδηλώνει περίφρ
  (μεταφορικά)σιωπηρός επίθ
  αυτονόητος επίθ
 Kate took Peter's silence as implied agreement.
 Η Κέιτ θεώρησε ότι η σύμφωνη γνώμη του Πίτερ εννοείται (or: υπονοείται) από τη σιωπή του.
 Η Κέιτ θεώρησε η σιωπή του Πίτερ υποδηλώνει τη συμφωνία του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
imply⇒ vi (insinuate) (αφήνω να εννοηθεί)υπονοώ, υπαινίσσομαι ρ αμ
 I do not wish to imply that you are stupid.
 Δεν υπονοώ (or: υπαινίσσομαι) ότι είσαι ανόητος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
imply vi (entail)συνεπάγομαι ρ μ
 He accepted the commitments which membership would imply.
imply vi (signify)σημαίνω ρ μ
 Putting on your coat implies that you are ready to leave.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
implied | imply
ΑγγλικάΕλληνικά
implied consent n (inferred agreement)σιωπηρή συναίνεση, σιωπηρή συγκατάθεση επίθ + ουσ θηλ
implied threat n (suggestion of harmful intent)υπονοούμενη απειλή μτχ ενεστ + ουσ θηλ
 Sabre rattling is the ostentatious display of military power (with the implied threat that it might be used).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'implied' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: consent is implied, implied consent, an implied compliment, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implied στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «implied».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!