WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| implied adj | (understood, not stated) (χωρίς να ειπωθεί σαφώς) | που εννοείται, που υπονοείται περίφρ |
| | | που υποδηλώνει περίφρ |
| | (μεταφορικά) | σιωπηρός επίθ |
| | | αυτονόητος επίθ |
| | Kate took Peter's silence as implied agreement. |
| | Η Κέιτ θεώρησε ότι η σύμφωνη γνώμη του Πίτερ εννοείται (or: υπονοείται) από τη σιωπή του. |
| | Η Κέιτ θεώρησε η σιωπή του Πίτερ υποδηλώνει τη συμφωνία του. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| imply⇒ vi | (insinuate) (αφήνω να εννοηθεί) | υπονοώ, υπαινίσσομαι ρ αμ |
| | I do not wish to imply that you are stupid. |
| | Δεν υπονοώ (or: υπαινίσσομαι) ότι είσαι ανόητος. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| imply vi | (entail) | συνεπάγομαι ρ μ |
| | He accepted the commitments which membership would imply. |
| imply vi | (signify) | σημαίνω ρ μ |
| | Putting on your coat implies that you are ready to leave. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: