hasten

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈheɪsən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈheɪsən/ ,USA pronunciation: respelling(hāsən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hasten vi (hurry)βιάζομαι ρ αμ
  σπεύδω ρ αμ
 It was late, so Tom hastened home.
 Ήταν αργά και έτσι ο Τομ βιάστηκε να πάει σπίτι.
hasten to do [sth] v expr (hurry)βιάζομαι να κάνω κάτι έκφρ
 Jenna hastened to finish her work.
 Η Τζένα βιαζόταν να τελειώσει τη δουλειά της.
hasten [sth] vtr (make come sooner)επισπεύδω ρ μ
 Rachel was so eager for her birthday that she went to bed at 8 to hasten the arrival of her special day.
 Η Ρέιτσελ ήταν τόσο ενθουσιασμένη για τα γενέθλιά της που πήγε για ύπνο από τις 8 για να επισπεύσει την άφιξη αυτής της ιδιαίτερης μέρας της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hasten to add v expr (say to reassure)συμπληρώνω βιαστικά ρ αμ + επίρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 That was a joke, I hasten to add.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hasten' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: I hasten to [add, say], hasten his (own) [end, death, demise], hastened [down the road, out of town], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hasten στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hasten».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!