WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
hasten⇒ vi | (hurry) | βιάζομαι ρ αμ |
| | σπεύδω ρ αμ |
| It was late, so Tom hastened home. |
| Ήταν αργά και έτσι ο Τομ βιάστηκε να πάει σπίτι. |
hasten to do [sth] v expr | (hurry) | βιάζομαι να κάνω κάτι έκφρ |
| Jenna hastened to finish her work. |
| Η Τζένα βιαζόταν να τελειώσει τη δουλειά της. |
hasten [sth]⇒ vtr | (make come sooner) | επισπεύδω ρ μ |
| Rachel was so eager for her birthday that she went to bed at 8 to hasten the arrival of her special day. |
| Η Ρέιτσελ ήταν τόσο ενθουσιασμένη για τα γενέθλιά της που πήγε για ύπνο από τις 8 για να επισπεύσει την άφιξη αυτής της ιδιαίτερης μέρας της. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: