grant

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgrænt/, /ˈgrɑːnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/grænt/ ,USA pronunciation: respelling(grant, gränt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grant [sb] [sth] vtr (give, cede, bestow)παραχωρώ κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  δίνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The judge granted the plaintiff the right to see the documents.
 Ο δικαστής παραχώρησε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να δει τα έγγραφα.
grant [sth] vtr (wish: fulfil, make come true)πραγματοποιώ, ικανοποιώ ρ μ
 The genie granted him a wish.
 Το τζίνι του πραγματοποίησε (or: ικανοποίησε) μία ευχή.
grant n (financial award) (χρηματικό)επιχορήγηση ουσ θηλ
  επίδομα ουσ ουδ
  (μόνο για φοιτητή)υποτροφία ουσ θηλ
 The graduate student received a grant to finish her thesis.
 Η μεταπτυχιακή φοιτήτρια έλαβε επιχορήγηση για να ολοκληρώσει τη διπλωματική της εργασία.
 Η μεταπτυχιακή φοιτήτρια έλαβε επίδομα για να ολοκληρώσει την διπλωματική της εργασία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grant n (legal transfer)παραχώρηση ουσ θηλ
 The grant of land from my father to my brother has been completed.
grant n (act of granting)παραχώρηση ουσ θηλ
 The judge's grant was greeted with applause by the plaintiff.
grant [sth] vtr (admit, concede)παραδέχομαι, δέχομαι ρ μ
  αναγνωρίζω ρ μ
 I grant that he sounded genuine, but I still don't believe what he says.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
block grant n US (government funding)επιχορήγηση ουσ θηλ
 Many communities use federal block grants to improve services.
capital grant n (government funding)κρατική επιχορήγηση επίθ + ουσ θηλ
grant agreement n (funding contract)συμφωνία επιχορήγησης φρ ως ουσ θηλ
grant committee n (group that allocates funding)επιτροπή κατανομής επιχορηγήσεων φρ ως ουσ θηλ
  (φοιτητές, σπουδαστές)επιτροπή υποτροφιών φρ ως ουσ θηλ
grant [sb]'s wish v expr (fulfil [sb]'s dream)πραγματοποιώ την επιθυμία κάποιου, πραγματοποιώ την ευχή κάποιου περίφρ
  ικανοποιώ την επιθυμία κάποιου περίφρ
 Cinderella's fairy godmother granted her wish to go to the royal ball.
grant [sb]'s wish v expr (fulfil [sb]'s request)ικανοποιώ την επιθυμία περίφρ
  ικανοποιώ το αίτημα περίφρ
 Picasso granted Quinn's wish to photograph the artist at work.
grant-aided adj (receiving financial aid)επιχορηγούμενος επίθ
  που λαμβάνει ενίσχυση περίφρ
  (φοιτητής)που λαμβάνει υποτροφία περίφρ
  υπότροφος ουσ ως επίθ
grant-maintained adj (funded by national government)επιχορηγούμενος μτχ ενεστ
land grant (land given by government)κρατική παροχή γης περίφρ
maintenance grant (UK) n (money for cost of living)επίδομα διαβίωσης φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grant' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: grant [access, permission] to, a [development, planning, research] grant, a grant [program, foundation], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grant στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «grant».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!