| Κύριες μεταφράσεις |
| grade n | US (school year level) (σχολείο) | τάξη ουσ θηλ |
| | She is ten years old, so is probably in Fourth Grade. |
| | Είναι δέκα ετών, οπότε μάλλον πηγαίνει στην τέταρτη τάξη. |
| grade n | (education: assessment) (αξιολόγηση) | βαθμός ουσ αρσ |
| | He received a grade of "B+" on his exam. |
| | Ο βαθμός του στο διαγώνισμα ήταν Β+. |
| grade n | (level, rank) | βαθμίδα ουσ θηλ |
| | Joe is hoping to get promoted to a higher grade. |
| | Ο Τζο ελπίζει να προαχθεί σε ανώτερη βαθμίδα. |
| grade [sth]⇒ vtr | US (homework, exam: mark) | βαθμολογώ ρ μ |
| | (μεταφορικά) | διορθώνω ρ μ |
| | The teacher graded the students' exams. |
| | Ο καθηγητής βαθμολόγησε τα διαγωνίσματα των φοιτητών. |
| grade [sth] vtr | (reduce slope of) | ισοπεδώνω, ισιώνω ρ μ |
| | (επίσημο, κυριολεκτικά) | εξομαλύνω |
| | The bulldozers grade the land before the road is built. |
| | Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το έδαφος πριν κατασκευαστεί ο δρόμος. |
| | Οι μπουλντόζες εξομαλύνουν το έδαφος πριν κατασκευαστεί ο δρόμος. |
| grade n | UK (music examination) | επίπεδο ουσ ουδ |
| | | βαθμίδα ουσ θηλ |
| | I am studying for Grade Six violin. |
| | Μελετάω για την έκτη βαθμίδα στο πιάνο. |
Σύνθετοι τύποι: grade | grading |
| at grade expr | US, idiom (on the same level) | στο ίδιο επίπεδο έκφρ |
| | The train tracks and the street were at grade where they crossed, so people barely noticed the intersection. |
| | Οι γραμμές του τρένου και ο δρόμος ήταν στο ίδιο επίπεδο εκεί που διασταυρώνονταν και έτσι ο κόσμος μετά βίας πρόσεχε την διασταύρωση. |
| at grade with expr | US, idiom (on the same level) | στο ίδιο επίπεδο με περίφρ |
eighth grade, 8th grade n | US (school year: age 13-14) | όγδοη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | (αντίστοιχο στην Ελλάδα) | δευτέρα γυμνασίου επίθ + ουσ θηλ |
eleventh grade, 11th grade n | US (school year: age 16-17) (σύστημα ΗΠΑ) | ενδέκατη τάξη περίφρ |
| | (ελληνικό σύστημα) | δευτέρα λυκείου περίφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφοράς του εκπαιδευτικού συστήματος. |
fifth grade, 5th grade n | US (school year: age 10-11) | πέμπτη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | | πέμπτη επίθ ως ουσ θηλ |
| | | πέμπτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ |
| | My daughter is in fifth grade; next year she'll be leaving elementary school. |
first grade, 1st grade n | US (school year: age 6-7) | πρώτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ |
| | | πρώτη επίθ ως ουσ θηλ |
| | | πρώτη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | Karen's six years old so she'll be starting first grade in September. |
fourth grade, 4th grade n | US (school year: age 9-10) | τετάρτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ |
| | | τετάρτη επίθ ως ουσ θηλ |
| | | τετάρτη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | I started playing the violin when I was in fourth grade. |
| GPA n | US, initialism (grade point average) | μέσος όρος φρ ως ουσ αρσ |
| | (κατά λέξη) | μέσος όρος βαθμολογίας περίφρ |
| | Molly has the highest GPA in the 9th grade. |
| grade point average n | US (numerical value of average grade) | μέσος όρος επίθ + ουσ αρσ |
| | (κατά λέξη) | μέσος όρος βαθμολογίας φρ ως ουσ αρσ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία |
| | She'd gotten straight A's all through high school so she had a 4.0 grade point average. |
| grade school n | US (kindergarten through 6th) (επίσημο) | πρωτοβάθμια εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | νήπια και δημοτικό περίφρ |
| | (καθομ: ξεκίνημα παιδιού) | σχολείο ουσ ουδ |
| | Karen starts grade school next year. |
| | Η Κάρεν θα πάει σχολείο του χρόνου. |
| high-grade n as adj | (metal: dense) | υψηλού βαθμού φρ ως επίθ |
| high-grade n as adj | (superior in quality) | υψηλής ποιότητας, ανώτερης ποιότητας φρ ως επίθ |
low grade, low-grade adj | (inferior) | χαμηλού βαθμού φρ ως επίθ |
| | | χαμηλής ποιότητας, κακής ποιότητας φρ ως επίθ |
| | | χαμηλός, κακός επίθ |
| | (ουράνιο) | χαμηλής ποιότητας εμπλουτισμού φρ ως επίθ |
| Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun |
| Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται άμεσα από τα συμφραζόμενα. |
| | Low-grade uranium ore must be enriched before it can fuel a reactor. |
low grade, low-grade adj | (fever: slight) | χαμηλός επίθ |
| | A low-grade fever is a common symptom of influenza. |
| low grade n | (school: poor mark) (συχνά στον πληθυντικό) | χαμηλός βαθμός, κακός βαθμός επίθ + ουσ αρσ |
| | | χαμηλή βαθμολογία, κακή βαθμολογία επίθ + ουσ θηλ |
| | I always got low grades in physics and chemistry. |
| make the grade v expr | informal (succeed at [sth]) | καταφέρνω ρ μ |
| | | πετυχαίνω ρ μ |
| | | επιτυγχάνω ρ μ |
| | Fifteen people made the grade to get on the team. |
ninth grade, 9th grade n | US (school year: 14-15) | ένατη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | (αντίστοιχο στην Ελλάδα) | τρίτη γυμνασίου επίθ + ουσ θηλ |
| O-grade n | historical, obsolete (pass in Scottish exam) | βαθμός που εξασφαλίζει επιτυχία σε εξέταση |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| | Audrey listed her seven O-grades on her CV. |
| pay grade | (military: pay scale) | μισθολογική κλίμακα επίθ + ουσ θηλ |
| reduction in grade n | (demotion) (θέση, βαθμός) | υποβιβασμός ουσ αρσ |
| | After the scandal, he got a reduction in grade as punishment. |
second grade, 2nd grade n | US (school year: age 7-8) | δευτέρα δημοτικού φρ ως ουσ θηλ |
| | | δευτέρα επίθ ως ουσ θηλ |
| | | δεύτερη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | In the U.S. children are typically about 7 years old when they enter second grade. |
seventh grade, 7th grade n | US (school year: age 12-13) (7ο έτος υποχρεωτικής εκπαίδευσης) | πρώτη γυμνασίου φρ ως επίθ |
| | | Α' Γυμνασίου φρ ως επίθ |
| Σχόλιο: Παρατίθεται η αντιστοιχία με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. |
sixth grade, 6th grade n | US (elementary school: 6th year) | έκτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ |
| | | έκτη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | | έκτη επίθ ως ουσ θηλ |
| | Emma starts sixth grade next year. |
tenth grade, 10th grade n | US (school year: age 15-16) (στις ΗΠΑ) | δέκατη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | (αντίστοιχο στην Ελλάδα) | πρώτη λυκείου επίθ + ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού εκπαιδευτικού συστήματος. |
third grade, 3rd grade n | US (school year: age 8-9) | τρίτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ |
| | | τρίτη επίθ ως ουσ θηλ |
| | | τρίτη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
twelfth grade, 12th grade n | US (school year: age 17-18) (στις ΗΠΑ) | δωδέκατη τάξη επίθ + ουσ θηλ |
| | (αντίστοιχο στην Ελλάδα) | τρίτη λυκείου επίθ + ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφοράς του εκπαιδευτικού συστήματος. |
| | Jenna turned 18 a week after she started twelfth grade. |