grading

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgreɪdɪŋ/

From the verb grade: (⇒ conjugate)
grading is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: grading, grade

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grading n uncountable (act of classifying)ταξινόμηση, κατάταξη ουσ θηλ
  (με βάση κριτήρια)διαλογή ουσ θηλ
  διαχωρισμός ουσ αρσ
 Grading is done automatically by sifting and weighing the coffee beans.
grading n mainly US, uncountable (marking of schoolwork)βαθμολόγηση ουσ θηλ
 The teacher finished her grading over the weekend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grading n (levelling of ground)αλφάδιασμα ουσ ουδ
 The grading was wrong in the new house's landscaping, and the basement flooded in the spring.
 Το αλφάδιασμα έγινε λάθος στον σχεδιασμό του νέου σπιτιού και το υπόγειο πλημμύρισε την άνοιξη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grade n US (school year level) (σχολείο)τάξη ουσ θηλ
 She is ten years old, so is probably in Fourth Grade.
 Είναι δέκα ετών, οπότε μάλλον πηγαίνει στην τέταρτη τάξη.
grade n (education: assessment) (αξιολόγηση)βαθμός ουσ αρσ
 He received a grade of "B+" on his exam.
 Ο βαθμός του στο διαγώνισμα ήταν Β+.
grade n (level, rank)βαθμίδα ουσ θηλ
 Joe is hoping to get promoted to a higher grade.
 Ο Τζο ελπίζει να προαχθεί σε ανώτερη βαθμίδα.
grade [sth]⇒ vtr US (homework, exam: mark)βαθμολογώ ρ μ
  (μεταφορικά)διορθώνω ρ μ
 The teacher graded the students' exams.
 Ο καθηγητής βαθμολόγησε τα διαγωνίσματα των φοιτητών.
grade [sth] vtr (reduce slope of)ισοπεδώνω, ισιώνω ρ μ
  (επίσημο, κυριολεκτικά)εξομαλύνω
 The bulldozers grade the land before the road is built.
 Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το έδαφος πριν κατασκευαστεί ο δρόμος.
 Οι μπουλντόζες εξομαλύνουν το έδαφος πριν κατασκευαστεί ο δρόμος.
grade n UK (music examination)επίπεδο ουσ ουδ
  βαθμίδα ουσ θηλ
 I am studying for Grade Six violin.
 Μελετάω για την έκτη βαθμίδα στο πιάνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grade n (standard)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Fifteen people made the grade to get on the team.
grade n (slope)κλίση ουσ θηλ
 The road has a 2% grade over the next 10 km.
grade⇒ vi US (correct homework)βαθμολογώ ρ αμ
  (μεταφορικά)διορθώνω ρ αμ
 The teacher had to spend his evening grading.
grade [sb/sth]⇒ vtr (classify)κατηγοριοποιώ ρ μ
  ταξινομώ ρ μ
 People are sometimes graded according to socio-economic status.
grade [sb/sth] vtr (education: award a grade to)βαθμολογώ ρ μ
  βάζω βαθμό σε κπ/κτ έκφρ
 The professor graded the performance an A+.
grade [sth]⇒ vtr (blend colour, light) (ανεπίσημο)ντεγκραντάρω ρ μ
 The painter graded several colours to show the sunset.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
grade | grading
ΑγγλικάΕλληνικά
at grade expr US, idiom (on the same level)στο ίδιο επίπεδο έκφρ
 The train tracks and the street were at grade where they crossed, so people barely noticed the intersection.
 Οι γραμμές του τρένου και ο δρόμος ήταν στο ίδιο επίπεδο εκεί που διασταυρώνονταν και έτσι ο κόσμος μετά βίας πρόσεχε την διασταύρωση.
at grade with expr US, idiom (on the same level)στο ίδιο επίπεδο με περίφρ
eighth grade,
8th grade
n
US (school year: age 13-14)όγδοη τάξη επίθ + ουσ θηλ
  (αντίστοιχο στην Ελλάδα)δευτέρα γυμνασίου επίθ + ουσ θηλ
eleventh grade,
11th grade
n
US (school year: age 16-17) (σύστημα ΗΠΑ)ενδέκατη τάξη περίφρ
  (ελληνικό σύστημα)δευτέρα λυκείου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφοράς του εκπαιδευτικού συστήματος.
fifth grade,
5th grade
n
US (school year: age 10-11)πέμπτη τάξη επίθ + ουσ θηλ
  πέμπτη επίθ ως ουσ θηλ
  πέμπτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ
 My daughter is in fifth grade; next year she'll be leaving elementary school.
first grade,
1st grade
n
US (school year: age 6-7)πρώτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ
  πρώτη επίθ ως ουσ θηλ
  πρώτη τάξη επίθ + ουσ θηλ
 Karen's six years old so she'll be starting first grade in September.
fourth grade,
4th grade
n
US (school year: age 9-10)τετάρτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ
  τετάρτη επίθ ως ουσ θηλ
  τετάρτη τάξη επίθ + ουσ θηλ
 I started playing the violin when I was in fourth grade.
GPA n US, initialism (grade point average)μέσος όρος φρ ως ουσ αρσ
  (κατά λέξη)μέσος όρος βαθμολογίας περίφρ
 Molly has the highest GPA in the 9th grade.
grade point average n US (numerical value of average grade)μέσος όρος επίθ + ουσ αρσ
  (κατά λέξη)μέσος όρος βαθμολογίας φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 She'd gotten straight A's all through high school so she had a 4.0 grade point average.
grade school n US (kindergarten through 6th) (επίσημο)πρωτοβάθμια εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
  (κατά λέξη)νήπια και δημοτικό περίφρ
  (καθομ: ξεκίνημα παιδιού)σχολείο ουσ ουδ
 Karen starts grade school next year.
 Η Κάρεν θα πάει σχολείο του χρόνου.
high-grade n as adj (metal: dense)υψηλού βαθμού φρ ως επίθ
high-grade n as adj (superior in quality)υψηλής ποιότητας, ανώτερης ποιότητας φρ ως επίθ
low grade,
low-grade
adj
(inferior)χαμηλού βαθμού φρ ως επίθ
  χαμηλής ποιότητας, κακής ποιότητας φρ ως επίθ
  χαμηλός, κακός επίθ
  (ουράνιο)χαμηλής ποιότητας εμπλουτισμού φρ ως επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται άμεσα από τα συμφραζόμενα.
 Low-grade uranium ore must be enriched before it can fuel a reactor.
low grade,
low-grade
adj
(fever: slight)χαμηλός επίθ
 A low-grade fever is a common symptom of influenza.
low grade n (school: poor mark) (συχνά στον πληθυντικό)χαμηλός βαθμός, κακός βαθμός επίθ + ουσ αρσ
  χαμηλή βαθμολογία, κακή βαθμολογία επίθ + ουσ θηλ
 I always got low grades in physics and chemistry.
make the grade v expr informal (succeed at [sth])καταφέρνω ρ μ
  πετυχαίνω ρ μ
  επιτυγχάνω ρ μ
 Fifteen people made the grade to get on the team.
ninth grade,
9th grade
n
US (school year: 14-15)ένατη τάξη επίθ + ουσ θηλ
  (αντίστοιχο στην Ελλάδα)τρίτη γυμνασίου επίθ + ουσ θηλ
O-grade n historical, obsolete (pass in Scottish exam)βαθμός που εξασφαλίζει επιτυχία σε εξέταση
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Audrey listed her seven O-grades on her CV.
pay grade (military: pay scale)μισθολογική κλίμακα επίθ + ουσ θηλ
reduction in grade n (demotion) (θέση, βαθμός)υποβιβασμός ουσ αρσ
 After the scandal, he got a reduction in grade as punishment.
second grade,
2nd grade
n
US (school year: age 7-8)δευτέρα δημοτικού φρ ως ουσ θηλ
  δευτέρα επίθ ως ουσ θηλ
  δεύτερη τάξη επίθ + ουσ θηλ
 In the U.S. children are typically about 7 years old when they enter second grade.
seventh grade,
7th grade
n
US (school year: age 12-13) (7ο έτος υποχρεωτικής εκπαίδευσης)πρώτη γυμνασίου φρ ως επίθ
  Α' Γυμνασίου φρ ως επίθ
Σχόλιο: Παρατίθεται η αντιστοιχία με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
sixth grade,
6th grade
n
US (elementary school: 6th year)έκτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ
  έκτη τάξη επίθ + ουσ θηλ
  έκτη επίθ ως ουσ θηλ
 Emma starts sixth grade next year.
tenth grade,
10th grade
n
US (school year: age 15-16) (στις ΗΠΑ)δέκατη τάξη επίθ + ουσ θηλ
  (αντίστοιχο στην Ελλάδα)πρώτη λυκείου επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού εκπαιδευτικού συστήματος.
third grade,
3rd grade
n
US (school year: age 8-9)τρίτη δημοτικού φρ ως ουσ θηλ
  τρίτη επίθ ως ουσ θηλ
  τρίτη τάξη επίθ + ουσ θηλ
twelfth grade,
12th grade
n
US (school year: age 17-18) (στις ΗΠΑ)δωδέκατη τάξη επίθ + ουσ θηλ
  (αντίστοιχο στην Ελλάδα)τρίτη λυκείου επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφοράς του εκπαιδευτικού συστήματος.
 Jenna turned 18 a week after she started twelfth grade.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grading' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the grading [process, requirements], have my own grading system, a [strict, loose] grading policy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grading στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «grading».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!