fuck

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfʌk/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fuk)

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fuck⇒ vi vulgar, offensive!!, informal (have sex) (χυδαίο: με κάποιον)γαμιέμαι ρ αμ
  (προσβλ: με κάποιον)πηδιέμαι ρ αμ
  (καθομ, μτφ: με κάποιον)το κάνω έκφρ
  (καθομ, μτφ: με κάποιον)βγάζω τα μάτια μου έκφρ
 Do we have time to fuck before they get here?
 Έχουμε χρόνο να γαμηθούμε πριν έρθουν;
 Έχουμε χρόνο να πηδηχτούμε πριν έρθουν;
fuck [sb]⇒ vtr vulgar, offensive!!, informal (have sex with) (χυδαίο)γαμάω, γαμώ ρ μ
  (υβριστικό)πηδάω, πηδώ ρ μ
  (αργκό)τον ακουμπάω σε κπ έκφρ
 Sally murmured in Harry's ear that she'd really like him to fuck her.
 Η Σάλι ψιθύρισε στο αυτή του Χάρυ ότι θα ήθελε πολύ να την πηδήξει.
fuck [sb] vtr vulgar, offensive!!, informal (put in difficult position) (αργκό, χυδαίο)γαμάω, πηδάω ρ μ
  (αργκό: εγώ ο ίδιος)την έκατσα, την έχω κάτσει έκφρ
  (καθομιλουμένη: εγώ ο ίδιος)την πάτησα, την έχω πατήσει έκφρ
 They really fucked him in the new contract.
 Πραγματικά τον γάμησαν στο νέο συμβόλαιο.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τώρα την έκατσα (or: την έχω κάτσει).
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τώρα την πάτησα (or: την έχω πατήσει).
fuck interj vulgar, offensive!!, informal (anger, annoyance) (υβριστικό)γαμώτο επιφ
  (προσβλητικό)σκατά επίφ
  (χυδαίο: για κάτι κακό)όχι ρε πούστη, όχι ρε πούστη μου επίφ
 Oh fuck! I've locked my keys in the car.
 Γαμώτο! Άφησα τα κλειδιά μου στο αυτοκίνητο.
 Σκατά! Άφησα τα κλειδιά μου στο αυτοκίνητο.
 Όχι ρε πούστη! Άφησα τα κλειδιά μου στο αυτοκίνητο.
fuck n vulgar, offensive!!, informal (act of sexual intercourse) (χυδαίο)γαμήσι ουσ ουδ
  (υβριστικό)πήδημα ουσ ουδ
  (αργκό: υβριστικό)πήδος, πήδουλος ουσ αρσ
 The couple met at home for a quick fuck during their lunch break.
 Το ζευγάρι συναντήθηκε για ένα γρήγορο πήδημα την ώρα του διαλείμματος.
fuck n vulgar, offensive!!, informal (sexual partner)... στο κρεβάτι περίφρ
  (αργκό)κάνει... κρεβάτι περίφρ
  (χυδαίο, μτφ: για γυναίκα)μουνί, μουνάκι ουσ ουδ
 My new guy is a really good fuck.
 Ο καινούριος γκόμενός μου είναι πολύ καλός στο κρεβάτι.
fuck n pejorative, vulgar, offensive!!, informal (contemptible person) (προσβλητικό, καθομιλουμένη)ξεφτίλας ουσ αρσ
  τιποτένιος επίθ
  (χυδαίο, προσβλητικό)γαμιόλης ουσ αρσ
 I can't stand him. He's such a fuck.
 Δεν τον αντέχω. Είναι σκέτος ξεφτίλας.
fuck [sb] with [sth] vtr + prep vulgar, offensive!!, informal (insert [sth] into an orifice)γαμάω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)σκίζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 Julie likes her boyfriend to fuck her with a vibrator.
 Η Τζούλη θέλει ο γκόμενός της να τη γαμάει με έναν δονητή.
 Η Τζούλη θέλει ο γκόμενός της να τη σκίζει με έναν δονητή.
fuck [sb] out of [sth]⇒ vtr vulgar, offensive!!, informal (defraud) (καθομιλουμένη)βουτάω, σουφρώνω ρ μ
 He fucked me out of a hundred dollars.
 Μου σούφρωσε εκατό δολάρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
f***,
f**k,
f*ck
vulgar, written, informal (fuck) (αργκό: αντί βρισιάς)μαμάω, απαυτώνω ρ μ
  (γραπτός λόγος, διαδίκτυο)γ*μάω ρ μ
  (συντομογραφία: γαμώτο)γμτ έκφρ
Σχόλιο: All meanings of "fuck" can be spelled "f***", "f**k", or "f*ck" when someone wants to avoid writing out a profane word.
Σχόλιο: Αντίστοιχα, όλες οι προαναφερθείσες αποδόσεις μπορούν να γραφούν με * ή @ στη θέση ορισμένων γραμμάτων.
 F**k it, this film's boring; let's watch something else.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
fuck around,
also UK: fuck about
vi phrasal
vulgar, offensive!!, informal (waste time)χαζεύω, χαζολογώ, χασομερώ ρ αμ
  (μεταφορικά)σκοτώνω την ώρα μου έκφρ
 Stop fucking about and get on with your work!
 Σταμάτα να χαζεύεις και ξεκίνα τη δουλειά σου!
fuck around vi phrasal vulgar, offensive!!, informal (have casual sex) (αργκό, χυδαίο)πηδολογιέμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)ξενοπηδάω ρ αμ
 Stan was devastated when he discovered his girlfriend had been fucking around behind his back.
fuck off vi phrasal vulgar, offensive!!, informal (go away) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)ξεκουμπίζομαι ρ αμ
  (αργκό, χυδαίο)παίρνω τον πούλο έκφρ
  (καθομιλουμένη)ξεκουβαλάω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)παίρνω πόδι έκφρ
 I wish our annoying neighbours would fuck off.
fuck [sb] over vtr phrasal sep vulgar, offensive!!, informal (swindle or betray) (μτφ, αργκό, χυδαίο)γαμάω, γαμώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)τη φέρνω σε κπ έκφρ
 I told her the story in confidence, and then she fucked me over by turning around and telling my boss.
 Την εμπιστεύτηκα και της είπα την ιστορία και μετά με γάμησε, καθώς γύρισε και τα είπε στο αφεντικό μου.
fuck [sth] up vtr phrasal sep vulgar, offensive!!, informal (spoil) (καθομιλουμένη)κάνω κτ χάλια, κάνω κτ απαίσιο περίφρ
  χαλάω, καταστρέφω ρ μ
  (χυδαίο, μτφ)γαμάω ρ μ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is a noun
 I wish my parents would stop fucking up my life!
 Μακάρι οι γονείς μου να σταματούσαν να κάνουν τη ζωή μου χάλια!
fuck [sth] up vtr phrasal sep vulgar, offensive!!, informal (do badly) (προσβλητικό)τα σκατώνω, τα κάνω σκατά έκφρ
  (καθομιλουμένη)τα κάνω θάλασσα, τα θαλασσώνω έκφρ
  (καθομιλουμένη)τα κάνω μαντάρα έκφρ
 She fucked up the exam.
 Τα σκάτωσε στο διαγώνισμα.
 Τα έκανε θάλασσα (or: Τα θαλάσσωσε) στο διαγώνισμα.
 Τα έκανε μαντάρα στο διαγώνισμα.
fuck [sb] up vtr phrasal sep vulgar, offensive!!, informal (damage psychologically)κάνω κπ χάλια έκφρ
  (μεταφορικά)σακατεύω ρ μ
  (χυδαίο)γαμάω, γαμώ ρ μ
 Dan's experiences during the war had fucked him up.
 Οι εμπειρίες του Νταν στην περίοδο του πολέμου τον είχαν κάνει χάλια.
fuck up vi phrasal vulgar, offensive!!, informal (make mistake) (προσβλητικό)τα σκατώνω, τα κάνω σκατά έκφρ
  (καθομιλουμένη)τα θαλασσώνω, τα κάνω θάλασσα έκφρ
  (καθομιλουμένη)τα κάνω μαντάρα έκφρ
 I'm sorry. I fucked up.
 Συγγνώμη. Τα σκάτωσα.
fuck with [sb] vtr phrasal insep vulgar, offensive!!, informal (annoy, provoke) (καθομιλουμένη)τα βάζω μαζί με κπ, τα βάζω με κπ έκφρ
  (καθομιλουμένη)μπλέκω μαζί με κπ, μπλέκω με κπ έκφρ
  (αργκό)την μπαίνω σε κπ έκφρ
 Don't fuck with me, or I'll break your arm.
 Μην τα βάζεις μαζί μου (or: μην τα βάζεις με μένα), γιατί θα σου σπάσω το χέρι.
 Μην μπλέκεις μαζί μου (or: με μένα), γιατί θα σου σπάσω το χέρι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as fuck adv vulgar, offensive!!, informal (extremely) (καθομιλουμένη)τρελά επίρ
  απίστευτα επίρ
 That guy over there is as cool as fuck!
for fuck's sake interj vulgar, offensive!!, informal (exasperation) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)που να πάρει ο διάολος έκφρ
  (καθομιλουμένη, χυδαίο)ρε γαμώτο έκφρ
fuck all n vulgar, offensive!!, informal, UK (absolutely nothing)απολύτως τίποτα φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Αν θέλουμε να δώσουμε περισσότερη ένταση, μπορούμε να πούμε κάτι σαν «τίποτα ρε γαμώτο» κλπ.
fuck buddy n vulgar, offensive!!, informal (friend you have casual sex with)fuck buddy ουσ αρσ άκλ
fuck face,
fuckface
n
pejorative, vulgar, offensive!!, informal (insult) (αργκό, προσβλητικό)σκατόφατσα ουσ θηλ
  (αργκό, υβριστικό)σκατομαλάκας, σκατομαλακισμένη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 What's your problem, fuck face?
fuck it interj vulgar, offensive!!, informal (annoyance) (χυδαίο, καθομιλουμένη)γάμα το έκφρ
  (χυδαίο, καθομιλουμένη)γάμησέ με έκφρ
 Fuck it - I don't understand this question at all!
fuck it interj vulgar, offensive!!, informal (dismissiveness) (χυδαίο, καθομιλουμένη)γάμα το έκφρ
  (προσβλητικό, καθομιλουμένη)χέσ' το έκφρ
 Fuck it – let's just stay in tonight as we can't make a decision.
Fuck me! interj vulgar, offensive!!, informal (expressing astonishment) (μτφ, χυδαίο: έκπληξη)γάμα με!, γάμα μας! έκφρ
  (προβλητικό)μαλάκα! επίφ
  (υβριστικό)ρε πούστη μου!, ρε πούστη! επίφ
 Fuck me! This food is spicier than I can bear!
Fuck off! interj vulgar, offensive!!, informal (expressing anger or contempt) (χυδαίο)άντε γαμήσου, άντε και γαμήσου, άι γαμήσου έκφρ
 We don't want your type here, now fuck off!
fuck [sth] up for [sb] v expr vulgar, offensive!!, informal (spoil) (χυδαίο)γαμάω, γαμώ, σκατώνω ρ μ
  (προσβλητικό)κάνω σκατά έκφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω χάλια έκφρ
  (καθομιλουμένη)χαλάω ρ μ
 Bob felt bad about fucking the holiday up for everyone else by becoming ill.
 Ο Μπομπ ένιωσε άσχημα που χάλασε τις διακοπές όλων γιατί αρρώστησε.
fuck-up n vulgar, offensive, slang (useless person, failure) (κάνει λάθη)αποτυχημένος μτχ πρκ
  (υβριστικό: πιο γενικά)μαλάκας ουσ αρσ
 My brother is such a fuck-up; he never does anything right.
 Ο αδερφός μου είναι εντελώς αποτυχημένος. Δεν κάνει ποτέ τίποτα σωστά.
fuck-up n vulgar, offensive, slang (mess, failure) (υβριστικό: λάθος)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο: λάθος)παπαριά ουσ θηλ
  (δεν πήγε καλά)αποτυχία ουσ θηλ
 I made a complete fuck-up of my French exam; I couldn't answer a single question.
Fuck you! interj vulgar, offensive!!, informal (expressing anger or contempt) (χυδαίο)άντε γαμήσου, άι γαμήσου, άντε και γαμήσου έκφρ
 If you think I'm going to work for you for nothing ... well, fuck you!
fuck-all adj vulgar, offensive!!, informal, UK (no, not any)απολύτως τίποτα φρ ως ουσ ουδ
  (αργκό, μεταφορικά: με άρνηση)μία επίθ
Σχόλιο: Αν πρέπει να δοθεί περισσότερη ένταση, μπορεί να προστεθεί κάτι σαν: ρε γαμώτο, που να πάρει κλπ.
not give a fuck v expr vulgar, offensive!!, informal (not care) (αργκό, προσβλητικό)χέζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)δεν δίνω δεκάρα, δεν δίνω μία έκφρ
  νοιάζομαι ρ αμ
  με νοιάζει ρ μ
 I don't give a fuck what you think.
 Χέστηκα τι σκέφτεσαι εσύ.
 Δε με νοιάζει τι σκέφτεσαι.
give a fuck v expr vulgar, offensive!!, informal (care) (αργκό, προσβλητικό)χέζομαι ρ αμ
  νοιάζομαι ρ αμ
  σκοτίζομαι ρ αμ
 Who gives a fuck about fashion? I wear what I like!
 Ποιος χέστηκε για τη μόδα; Εγώ φοράω ό,τι μου αρέσει!
Go fuck yourself! interj vulgar, offensive!!, informal (expressing anger or contempt) (χυδαίο)άντε γαμήσου!, άι γαμήσου! έκφρ
  (χυδαίο)να πας να γαμηθείς! έκφρ
shut the fuck up interj vulgar, offensive!!, informal (stop talking) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)σκάσε επιφ
  βγάλε τον σκασμό, βουλωσέ το έκφρ
 Shut the fuck up! I don't want to hear another word from you!
shut the fuck up expr vulgar, offensive!!, informal (stop talking) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)σκάω ρ αμ
  βγάζω τον σκασμό, το βουλώνω έκφρ
  (αργκό, μεταφορικά)το ράβω έκφρ
 I wish your sister would shut the fuck up!
What the fuck? interj vulgar, offensive!!, informal (disbelief) (υβριστικό, καθομιλουμένη)Τι στο διάολο;, Τι στο διάβολο; έκφρ
  (χυδαίο, αργκό)Τι στον πούτσο; έκφρ
  (προσβλητικό, καθομιλουμένη)Τι στο διάτανο;, Τι στον κόρακα; έκφρ
  (ευφημισμός)Τι στο καλό έγινε; έκφρ
 Julie saw the damage to her brand new car and exclaimed, "What the fuck?"
What the fuck? interj vulgar, offensive!!, informal (incomprehension) (υβριστικό)τι στον διάβολο έκφρ
  (χυδαίο)τι στον πούτσο έκφρ
 "What the fuck?" said Eugene, staring at the instructions and scratching his head.
 «Τι στον διάβολο;» είπε ο Ευγένιος κοιτώντας τις οδηγίες και ξύνοντας το κεφάλι του.
what the fuck expr vulgar, offensive!!, informal (what) (χυδαίο)τι στον πούτσο έκφρ
 What the fuck do you think you're doing?
 Τι στον πούτσο νομίζεις ότι κάνεις;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fuck' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sexually explicit, offensive: fucked [her, her boyfriend], offensive, sexually explicit, slang: a [quick, great, morning] fuck, sexually explicit, offensive: fucked her [good, hard], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fuck στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fuck».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!