• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flexion,
flection
n
mainly UK (act of bending)κάμψη ουσ θηλ
  λύγισμα ουσ ουδ
flexion,
flection
n
mainly UK (state of being bent)κάμψη ουσ θηλ
  λύγισμα ουσ ουδ
flexion,
flection
n
mainly UK (bent part)καμπή ουσ θηλ
  καμπύλη ουσ θηλ
  καμπύλο τμήμα επίθ + ουσ ουδ
 Something was jammed in the flexion of the pipe, causing a blockage.
flexion n (anatomy: bending of a limb) (ανατομία)κάμψη ουσ θηλ
 The patient experiences pain on flexion of the wrist.
flexion n (anatomy: bent position)κάμψη ουσ θηλ
flexion,
flection
n
rare (grammar: inflection)κλίση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flexion στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «flexion».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!