exist

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪgˈzɪst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪgˈzɪst/ ,USA pronunciation: respelling(ig zist′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exist⇒ vi (be) (έχω οντότητα)υπάρχω ρ αμ
  (επίσημο)υφίσταμαι ρ αμ
  (λόγιο: πράγμα ή αφηρημένη ιδέα)απαντά, απαντάται, απαντούν, απαντώνται ρ αμ
Σχόλιο: Οι διάφοροι τύποι του «απαντώ», χρησιμοποιούνται μόνο στο γ' ενικό και γ' πληθυντικό πρόσωπο.
 Does Santa Claus really exist?
 Υπάρχει, στ’ αλήθεια, Αϊ-Βασίλης;
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα στο οδικό δίκτυο.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι ελιές είναι φυτά που απαντούν (or: απαντώνται) στη Μεσόγειο.
exist vi (live)ζω ρ αμ
 This species exists mainly in the Amazon.
 Αυτό το είδος ζει κυρίως στον Αμαζόνιο.
exist vi (subsist) (τα βγάζω πέρα)ζω ρ αμ
  συντηρούμαι ρ αμ
 They have existed for years on little more than a diet of rice.
 Ζούσαν για πολλά χρόνια τρώγοντας ρύζι και κάτι λίγα ακόμη.
exist vi (survive) (επιζώ)υπάρχω ρ αμ
 Cockroaches have existed for millions of years.
 Οι κατσαρίδες υπάρχουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια.
exist vi (endure) (μτφ: ζω χωρίς χαρές)φυτοζωώ ρ αμ
 They were too poor to do more than just exist.
 Ήταν πολύ φτωχοί και ήταν αναγκασμένοι να φυτοζωούν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cease to exist v expr (die, end)εξαφανίζομαι ρ αμ
  παύω να υπάρχω περίφρ
 If polar bears keep dying, then eventually they will cease to exist.
coexist,
also UK: co-exist
vi
(exist at the same time)συνυπάρχω ρ αμ
 The species in this forest coexist in a delicate balance.
coexist with [sb/sth],
also UK: co-exist with [sb/sth]
vi + prep
(exist at the same time as)συνυπάρχω με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Ants coexisted with dinosaurs.
coexist,
also UK: co-exist
vi
(live side by side)συνυπάρχω ρ αμ
 A number of religious sects coexist peacefully in this country.
coexist with [sth/sb],
also UK: co-exist with [sth/sb]
vi + prep
(live side by side with)συνυπάρχω με κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
 Surprisingly, the dogs coexist with the cats here without issues.
coexist,
also UK: co-exist
vi
(be present simultaneously)συνυπάρχω ρ αμ
 Love and hate actually co-exist inside the human soul.
coexist with [sth],
also UK: co-exist with [sth]
vi + prep
(be present simultaneously with)συνυπάρχω με κτ ρ αμ + πρόθ
 Birds and crocodiles coexisted with dinosaurs.
preexist [sth],
also UK: pre-exist [sth]⇒
vtr
(exist prior to)προϋπάρχω σε σχέση με κτ έκφρ
preexist,
also UK: pre-exist
vi
(exist beforehand)προϋπάρχω ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exist' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: exists in [the wild, captivity], exists in the [world, universe, solar system], [ceased, continued] to exist, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exist στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «exist».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!