WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| exigent adj | formal (urgent, demanding) | επείγων, επιτακτικός επίθ |
| | Carrie pressed the team to focus on the exigent issue. |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "exigent" στο Greek φόρουμ.exigent - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «exigent».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά