• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: directed, direct

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be directed by [sb] v expr (movie: have as director)σκηνοθετούμαι από κπ ρ αμ + πρόθ
  είμαι σκηνοθετημένος από κπ περίφρ
 '2001, A Space Odyssey' was directed by Stanley Kubrick.
be directed by [sb] v expr (project: be coordinated by)διευθύνομαι από κπ ρ αμ + πρόθ
  βρίσκομαι υπό τη διεύθυνση κπ περίφρ
 This book series was directed by the chair of the department.
be directed by [sb] v expr (be controlled, ordered by)ελέγχομαι από κπ ρ αμ + πρόθ
  βρίσκομαι υπό τον έλεγχο κπ περίφρ
  βρίσκομαι υπό την εποπτεία κπ περίφρ
  (εντολή, πρόσταγμα)διατάσσομαι από κπ ρ αμ + πρόθ
 The bombing was directed by the top general in charge.
be directed to do [sth] v expr (be instructed)λαμβάνω την εντολή να κάνω κτ περίφρ
  (πιο έντονο)με διατάζουν να κάνω κτ περίφρ
  (πιο ήπιο)μου ζητείται να κάνω κτ περίφρ
 I was directed to fill out the form.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
direct adj (straight) (ευθύς, άμεσος)απευθείας επίθ
  κατευθείαν επίρ
  (καθομιλουμένη)ολόισα, ολόισια επίρ
  (αργκό)ντουγρού επίρ
 This is a direct route to the airport.
 Αυτή είναι η απευθείας διαδρομή για το αεροδρόμιο.
 Αυτός ο δρόμος οδηγεί κατευθείαν στο αεροδρόμιο.
 Αυτός ο δρόμος οδηγεί ολόισια στο αεροδρόμιο.
 Αυτός ο δρόμος οδηγεί ντουγρού στο αεροδρόμιο.
direct adj (lineal)άμεσος επίθ
 He is a direct descendant of Thomas Jefferson.
 Είναι άμεσος απόγονος του Τόμας Τζέφερσον.
direct adj (math: proportion) (μαθ: αναλογία, συνάρτηση)αναλογικός επίθ
 The positive slope of this graph indicates a direct relationship between the x and y variables.
 Η θετική κλίση αυτής της γραφικής παράστασης υποδεικνύει την αναλογική σχέση μεταξύ των μεταβλητών x και y.
direct adj (plain speaking)ευθύς, ξεκάθαρος επίθ
 He was direct with her and told her that she had to stop.
 Ήταν ξεκάθαρος μαζί της και της είπε πως έπρεπε να σταματήσει.
direct adj (consequential)άμεσος επίθ
 This was a direct result of his actions on Tuesday.
 Αυτό ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των όσων έκανε την Πέμπτη.
direct adj (straightforward)ξεκάθαρος επίθ
  ευθύς επίθ
 Please give me a direct answer. "Yes" or "no"?
 Παρακαλώ δώστε μου μία ξεκάθαρη απάντηση. «Ναι» ή «Όχι»;
direct adv (without interruption)απευθείας επίρ
  (αεροπλάνο)με απευθείας πτήση φρ ως επίρ
 I flew to Paris direct.
 Πέταξα απευθείας στο Παρίσι.
direct [sth] at [sb]⇒ vtr (aim, target) (σε κάποιον)απευθύνομαι ρ αμ
  (σε κάποιον)στοχεύω ρ μ
  (κάποιον)εχω στόχο ρ έκφρ
 The marketing campaign was directed at young women.
 Η διαφημιστική καμπάνια απευθυνόταν στις νέες γυναίκες.
direct [sb]⇒ vtr (guide, instruct) (μεταφορικά)καθοδηγώ, κατευθύνω ρ μ
  (σε κάποιον (για κάτι))δίνω οδηγίες περίφρ
 The supervisor was directing a trainee to operate the machine.
 Ο υπεύθυνος καθοδηγούσε έναν εκπαιδευόμενο στο χειρισμό ενός μηχανήματος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
direct adj (with personal contact)κατά πρόσωπο φρ ως επίθ
 He had a direct conversation with her.
direct adj (exact)ακριβώς επίρ
  εντελώς επίρ
 They're twins, but they're direct opposites in character.
 Είναι δίδυμοι, αλλά ακριβώς αντίθετοι στον χαρακτήρα.
direct adj (accounting: cost type)άμεσος επίθ
 We need to keep track of all direct and indirect costs associated with the merger.
direct adj (quotation, equivalent: exact)ακριβής επίθ
 The direct translation for "book" in French is "livre."
direct adv colloquial (directly) (καθομιλουμένη)στα ίσια φρ ως επίρ
  ευθέως επίρ
 Her friends said that she should tell him direct that she liked him.
direct [sb/sth] away from [sth] v expr (point in different direction)κατευθύνω κπ/κτ μακριά από κτ περίφρ
  (καθομιλουμένη)στέλνω κπ/κτ μακριά από κτ περίφρ
 The police were directing traffic away from the street where they were repairing the gas leak.
direct [sb] to do [sth] v expr (command)διατάζω κπ να κάνει κτ περίφρ
  δίνω διαταγή σε κπ να κάνει κτ, δίνω εντολή σε κπ να κάνει κτ περίφρ
 The man directed his children to clean the house.
direct⇒ vi (play, film)σκηνοθετώ ρ μ
 After many years as an actor, he wanted to direct.
direct [sth/sb]⇒ vtr (manage)διευθύνω ρ μ
 The CEO directed the company.
 Ο CEO διεύθυνε την εταιρεία.
direct [sb]⇒ vtr (command)διατάζω, προστάζω ρ μ
 The teacher directed the students to study quietly while she stepped out into the hallway for a moment.
direct [sth]⇒ vtr (theatre, music: lead)διευθύνω ρ μ
 He directed the orchestra.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Την ορχήστρα διευθύνει ο Μίκης Θεοδωράκης.
direct [sth] vtr (play, film)σκηνοθετώ ρ μ
  είμαι σκηνοθέτης ρ έκφρ
 Who directed "Gone with the Wind"?
direct [sb],
direct [sb] to [sth]⇒
vtr
(give directions) (κυριολεξία: πρόσβαση)καθοδηγώ, κατευθύνω ρ μ
  δείχνω τον δρόμο για περίφρ
  (καθομιλουμένη)λέω σε κπ πώς να φτάσει κάπου περίφρ
  οδηγώ ρ μ
 Can you please direct me to the museum?
 Μπορείτε να με καθοδηγήσετε (or: κατευθύνετε) για το μουσείο;
 Μπορείτε να μου δείξετε τον δρόμο για το μουσείο;
 Μπορείτε να μου πείτε πώς θα φτάσω στο μουσείο;
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην ανησυχείς! Θα μας οδηγήσει το gps στον προορισμό μας!
direct [sb]⇒ vtr (actor)σκηνοθετώ ρ μ
 He directed Peter O'Toole in "Lawrence of Arabia".
direct [sth] at [sb] vtr + prep (address in speech) (κάτι σε κάποιον)απευθύνω ρ μ
 The politician directed his speech at undecided voters.
direct [sth] to [sb] vtr + prep (address: a letter, package)απευθύνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  βάζω κπ ως παραλήπτη σε κτ έκφρ
 To whom shall I direct the letter?
 Σε ποιον να απευθύνω το γράμμα;
 Ποιον να βάλω ως παραλήπτη στο γράμμα;
direct [sth] to [sb] vtr + prep (aim: remarks) (σε κάποιον)στρέφω ρ μ
  απευθύνω ρ μ
 You should direct your criticisms to the person responsible.
direct [sb] in [sth] vtr + prep (guide, instruct)κατευθύνω κπ για κτ, καθοδηγώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 The trainer directed her in the best way to lift weights.
direct [sth] to [sb] vtr + prep (address in speech)απευθύνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The professor directed his comments to the two noisy girls in the back of the classroom.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
directed | direct
ΑγγλικάΕλληνικά
as directed expr (following instructions)σύμφωνα με τις οδηγίες έκφρ
self-directed adj (aimed at yourself)που αφορά εμένα, προς εμένα περίφρ
  που αφορά τον εαυτό μου, προς τον εαυτό μου περίφρ
  (για κάτι αρνητικό)που στρέφεται εναντίον μου περίφρ
self-directed adj (controlled by yourself)τον οποίο ελέγχω εγώ περίφρ
  του οποίου τον έλεγχο έχω εγώ περίφρ
  για τον οποίο αποφασίζω εγώ περίφρ
  τον οποίο ρυθμίζω εγώ περίφρ
self-directed adj (person: having initiative)που έχει κίνητρο περίφρ
  που έχει αυτοπειθαρχία περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'directed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση directed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «directed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!