• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
design n (conception)σχεδιασμός ουσ αρσ
  σχεδίαση ουσ θηλ
 The car's poor performance was due to faulty design.
 Η κακή απόδοση του αυτοκινήτου οφείλεται στον κακό σχεδιασμό του.
 Η κακή απόδοση του αυτοκινήτου οφείλεται στην κακή σχεδίασή του.
design n (pattern)σχέδιο ουσ ουδ
 I don't like the design on this wallpaper.
 Δεν μου αρέσει το σχέδιο αυτής της ταπετσαρίας.
design n (styling)σχεδιασμός ουσ αρσ
  σχέδιο ουσ ουδ
  ντιζάιν, design ουσ ουδ άκλ
 I like the design of this new mobile phone.
 Μου αρέσει ο σχεδιασμός αυτού του νέου κινητού τηλεφώνου.
design n (sketch)σχέδιο ουσ ουδ
  (πρόχειρο)σκίτσο, σκαρίφημα ουσ ουδ
 She showed me her design for the company's logo.
 Μου έδειξε το σχέδιό της για το λογότυπο της εταιρείας.
design n (outline, blueprint)σχέδιο ουσ ουδ
 This is the basic design for the new park.
 Αυτό είναι το βασικό σχέδιο για το νέο πάρκο.
design n (plan, intention)πρόθεση ουσ θηλ
  επιδίωξη ουσ θηλ
  σκοπός ουσ αρσ
  (ανεπίσημο)πλάνα ουσ ουδ πλ
 We have no design to expand into Asia at this point.
 Δεν έχουμε καμία πρόθεση επέκτασης στην Ασία αυτή τη στιγμή.
design n as adj (relating to design)του σχεδιασμού περίφρ
  σχεδιαστικός επίθ
 Color and shape are basic design elements.
design [sth]⇒ vtr (create blueprint for)σχεδιάζω ρ μ
 Who designed the town's new sports centre?
 Ποιος σχεδίασε το νέο αθλητικό κέντρο της πόλης;
design [sth] vtr (devise)σχεδιάζω ρ μ
  δημιουργώ ρ μ
  (συγκροτώ, οργανώνω)καταρτίζω ρ μ
 She designed a new way of organizing the information.
 Δημιούργησε μια καινούρια μέθοδο οργάνωσης των πληροφοριών.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πρέπει να καταρτίσουμε ένα νέο κατασκευαστικό πρόγραμμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
design n (practice of designing)σχεδιασμός ουσ αρσ
  σχεδίαση ουσ θηλ
  σχέδιο ουσ ουδ
 He works in design.
design n (intention)πρόθεση ουσ θηλ
 Was the world created by design or by chance?
design⇒ vi (draw)σχεδιάζω ρ μ
  (χόμπυ, καλλιτεχνία)ζωγραφίζω ρ μ
 She picked up her pencils and started designing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
computer-aided design,
Computer-Aided Design
n
(CAD: product designing using computers)υποβοηθούμενη σχεδίαση από υπολογιστή φρ ως ουσ θηλ
  σχεδίαση υποβοηθούμενη από υπολογιστή φρ ως ουσ θηλ
design team n (group that plans or structures [sth])ομάδα σχεδιασμού φρ ως ουσ θηλ
  σχεδιαστική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
graphic design n (visual presentation of information)γραφικό σχέδιο ουσ ουδ
 Good graphic design is essential to business.
henna design n (pattern made on skin with natural dye)τατουάζ χένας περίφρ
industrial design n (design of factory-produced goods)βιομηχανικό σχέδιο έκφρ
information design n (organization of data structures)σχεδιασμός πληροφορίας φρ ως ουσ αρσ
  information design ουσ ουδ άκλ
intelligent design n (belief: creationism)ευφυής σχεδιασμός επίθ + ουσ αρσ
 Intelligent design is a thinly veiled version of creationism put forth by those who don't accept the theory of evolution.
interior design n (décor design)διακόσμηση εσωτερικών χώρων έκφρ
 Good interior design can make a big difference to people's lives.
interlaced design n (having interwoven lines)διυφαίνομενο σχέδιο/μοτίβο έκφρ
 Celtic art makes extensive use of interlaced design.
minimalistic design n (sparse layout)μινιμαλιστικό σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
  μινιμαλιστικό design επίθ + ουσ ουδ άκλ
preliminary design n (initial layout or plan)προκαταρκτικό σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
 The preliminary design for our new kitchen is looking great.
program design n (computing: software creation) (πληροφορική)σχεδίαση προγράμματος φρ ως ουσ θηλ
 Robert is an expert in program design.
school of design n (college where design is studied)σχολή σχεδίου ουσ θηλ
 Clark got a job in the fashion field after he graduated from the school of design.
software design n (creation of computer programs) (Η/Υ)σχεδιασμός λογισμικού φρ ως ουσ θηλ
urban design n (layout of towns, city planning)πολεοδομικός σχεδιασμός φρ ως ουσ αρσ
web design n (internet page: graphics, layout)σχεδιασμός ιστοσελίδων φρ ως ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)web design ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'designed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση designed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «designed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!