WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
donor n | (person who gives blood) | αιμοδότης, αιμοδότρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| The blood bank is trying to recruit more donors. |
donor n | (person who donates an organ) | δωρητής, δωρήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | δότης, δότρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | δωρητής οργάνων, δωρήτρια οργάνων φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| The surgeon transplanted the heart of a 40-year-old donor into the patient's body. |
donor n | (person who gives to charity) | δωρητής, δωρήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| (επίσημο, επιδοκιμασίας) | ευεργέτης, ευεργέτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| The charity was grateful for the money received from its donors. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
donor n | (political contributor) | χορηγός ουσ αρσ/θηλ |
| The party's donors fund its election campaigns. |
| Οι χορηγοί του κόμματος χρηματοδοτούν τις εκλογικές του εκστρατείες. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: