clerk

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɑːrk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/klɝk/ ,USA pronunciation: respelling(klûrk; Brit. klärk)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clerk n US (store worker: sales assistant) (γενικά)υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ
  (πωλήσεις)πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (ταμείο)ταμίας ουσ αρσ/θηλ
 The clerk said that the store accepts credit cards.
 Ο υπάλληλος είπε ότι το κατάστημα δέχεται πιστωτικές κάρτες.
clerk n (teller: bank cashier) (γενικά)υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ
  (ταμείο)ταμίας ουσ αρσ/θηλ
 Terrence works as a clerk at the bank.
clerk n (receptionist)υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ
  ρεσεψιονίστ ουσ αρσ/θηλ άκλ
 The clerk will be at the hotel's front desk until midnight.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clerk n rare (cleric in religious order)κληρικός ουσ αρσ
clerk vi US (work as a clerk)εργάζομαι ως υπάλληλος έκφρ
  (πιο γενικά)εργάζομαι ρ μ
 Jess spent the summer clerking in a shoe store.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bank clerk n (person: teller)υπάλληλος τραπέζας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  τραπεζικός υπάλληλος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (επίσημο)υπάλληλος τραπέζης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The bank clerk miscounted the funds and gave the customer extra cash by mistake.
bank teller,
also UK: bank clerk,
bank cashier
n
mainly US (cashier at a bank)ταμίας ουσ αρσ/θηλ
 The robber entered the bank and demanded money from the bank teller.
booking clerk n UK (railway, etc.: ticket seller)υπάλληλος στα εκδοτήρια εισιτηρίων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  υπάλληλος εκδοτηρίου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
check-in clerk n US (airport worker)υπάλληλος στο τσεκ ιν φρ ως ουσ αρσ/θηλ
city clerk (city official)δημοτικός υπάλληλος, δημοτική υπάλληλος φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
clerical clerk n (administrative assistant)υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ
 A clerical clerk carries out a variety of tasks in the office.
county clerk n US (district registrar)ληξίαρχος της κομητείας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κομητειακός ληξίαρχος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
court clerk n (record-keeper of a law court) (νομική: σε δικαστήριο)γραμματέας έδρας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 When you file a petition with the court, the court clerk stamps it.
desk clerk n (administrative worker)υπάλληλος γραφείου ουσ αρσ
 Though now head of the company, he started out as a desk clerk
file clerk (office employee)υπάλληλος αρχειοθέτησης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
immigration clerk n (official administrating incoming foreigners)υπάλληλος στην υπηρεσία μετανάστευσης περίφρ
legal clerk n (law: administrative assistant)δικαστικός υπάλληλος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 While in law school, he worked summers as a legal clerk.
medical clerk n (hospital administrative assistant)διοικητικός υπάλληλος νοσοκομείου περίφρ
  διοικητικός υπάλληλος κλινικής περίφρ
payroll clerk n (administrator of staff payments)υπάλληλος μισθοδοσίας περίφρ
postal clerk n US (post office employee)υπάλληλος ταχυδρομείου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Joe handed the letter to the postal clerk.
sales clerk. store clerk (US),
sales assistant,
shop assistant (UK)
n
(store attendant)πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 If you need help locating something in the store, just ask a sales clerk.
salesclerk (US),
sales clerk (US),
store clerk (US),
sales assistant,
shop assistant (UK)
n
US (shop assistant)πωλητής ουσ αρσ
  πωλήτρια ουσ θηλ
 If you need help locating something in the store, just ask a salesclerk.
shipping clerk n ([sb] who prepares consignments for delivery)υπεύθυνος αποστολής, υπεύθυνη αποστολής φρ ως ουσ αρσ
  υπάλληλος αποστολής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
stock clerk n (worker who places stock in store)υπάλληλος αποθήκης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  αποθηκάριος ουσ αρσ
stock clerk n (stock room worker)υπάλληλος αποθήκης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  αποθηκάριος ουσ αρσ
town clerk n (town official)δημοτικός υπάλληλος, δημοτική υπάλληλος επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clerk' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [sales, shop, store, shoe] clerk, A [sales] clerk will [attend, help] you., A [sales] clerk will be with you shortly., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clerk στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «clerk».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!