clergyman

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɜːrdʒimən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈklɝdʒimən/ ,USA pronunciation: respelling(klûrjē mən)

Inflections of 'clergyman' (n): npl: clergymen
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clergyman n (male Christian church minister)κληρικός, ιερέας, ιερωμένος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)παπάς ουσ αρσ
 A clergyman opened the church door and found a baby in a basket on the steps.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clergyman' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clergyman στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «clergyman».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!