• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proof n usually singular (legal evidence)τεκμήριο ουσ ουδ
  αποδεικτικό στοιχείο ουσ ουδ
  πειστήριο ουσ ουδ
 He was holding a smoking gun, that's all the proof I need.
 Κρατούσε ακόμη όπλο που μόλις είχε εκπυρσοκροτήσει, δε χρειάζομαι άλλα τεκμήρια.
 Κρατούσε ακόμη όπλο που μόλις είχε εκπυρσοκροτήσει, δε χρειάζομαι άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
 Κρατούσε ακόμη όπλο που μόλις είχε εκπυρσοκροτήσει, δε χρειάζομαι άλλα πειστήρια.
proof n (evidence)απόδειξη ουσ θηλ
 His dancing was proof that he had no sense of rhythm.
 Ο τρόπος που χόρευε ήταν απόδειξη ότι δεν είχε καθόλου αίσθηση του ρυθμού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proof,
-proof
adj
(secure against)που προστατεύει από κτ περίφρ
Σχόλιο: Used in combination
 The crops are protected by insect-proof nets.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στο εμπόριο υπάρχουν ειδικά δίχτυα που προστατεύουν τα φυτά από τα έντομα.
proof against [sth] adj + prep (protected)ασφαλής από κτ περίφρ
  προστατευμένος από κτ περίφρ
  (με γενική)ασφαλής έναντι περίφρ
 It seems that nothing on the internet is proof against determined hackers.
proof n usually singular (test)δοκιμασία ουσ θηλ
  έλεγχος ουσ αρσ
 The proof of courage is in facing up to our worst fears.
proof n (spirits: alcohol content)βαθμός proof φρ ως ουσ αρσ
 The bottle says this vodka is 80 proof.
 Το μπουκάλι γράφει πως αυτή η βότκα έχει 80 βαθμούς proof.
proof n usually singular (math, logic: steps)απόδειξη ουσ θηλ
 The teacher asked me to go through the proof of Pythagoras' Theorem.
proof⇒ vi (proofread)διορθώνω ρ μ
  ελέγχω ρ μ
  (ζαργκόν: μεταφραστές)κάνω proofreading περίφρ
 The manuscript's here. Which of our readers is going to proof?
proof [sth]⇒ vtr (protect [sth])προστατεύω ρ μ
  κάνω ανθεκτικό ρ μ + επίθ
 I will proof the leather boots with silicone spray.
proof [sth] vtr (test print)ελέγχω ρ μ
 The first few pages printed are used to proof the copy.
proof [sth] vtr (proofread)διορθώνω ρ μ
  ελέγχω ρ μ
  (ζαργκόν: μεταφραστές)κάνω proofreading περίφρ
 The article was proofed by the sub-editor before it went to the printer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acid-proof adj (material)ανθεκτικός στα οξέα περίφρ
  οξεάντοχος επίθ
babyproof,
baby-proof,
baby proof
adj
(safe for babies)ασφαλής για μωρά φρ ως επίθ
babyproof [sth],
baby-proof⇒
vtr
(make safe for babies)κάνω κτ ασφαλές για μωρά περίφρ
bombproof,
bomb-proof
adj
(resistant to explosives)ανθεκτικός στις βόμβες φρ ως επίθ
  (σπάνιο)αλεξίβομβος επίθ
  ανθεκτικός σε εκρηκτικά φρ ως επίθ
bombproof [sth],
bomb-proof [sth]⇒
vtr
(make resistant to explosives)κάνω κτ ανθεκτικό στις βόμβες έκφρ
  κάνω κτ να αντέχει σε βομβαρδισμό έκφρ
  κάνω κτ ανθεκτικό σε εκρηκτικά έκφρ
  κάνω κτ να αντέχει σε εκρηκτικά έκφρ
bulletproof,
also UK: bullet-proof
adj
(resistant to bullets)αλεξίσφαιρος επίθ
 The President's car is fitted with bulletproof glass.
bulletproof vest,
also UK: bullet-proof vest
n
(protective jacket)αλεξίσφαιρο γιλέκο επίθ + ουσ ουδ
  αλεξίσφαιρο επίθ ως ουσ ουδ
 He is alive today because a bulletproof vest stopped the bullet that was meant to kill him.
 Είναι ακόμα ζωντανός, γιατί το αλεξίσφαιρο γιλέκο ανέκοψε την πορεία της σφαίρας που θα τον σκότωνε.
burglarproof (US),
burglar-proof (UK)
adj
(protected against theft)απαραβίαστος, αδιάρρηκτος επίθ
burglarproof [sth] (US),
burglar-proof [sth] (UK)⇒
vtr
(protect against theft)κάνω κτ απαραβίαστο περίφρ
  ασφαλίζω κτ έναντι κλοπής περίφρ
  βάζω αντιδιαρρηκτική προστασία σε κτ περίφρ
childproof,
child-proof,
child proof
adj
(safe for children)ασφαλής για παιδιά φρ ως επίθ
childproof [sth],
child-proof⇒
vtr
(make safe for children)κάνω κτ ασφαλές για παιδιά περίφρ
  καθιστώ κτ ασφαλές για παιδιά περίφρ
  (πχ σε πορτάκια)βάζω παιδικές ασφάλειες περίφρ
draftproof,
draft-proof,
(US),
draughtproof,
draught-proof (UK)
adj
(door, window: sealed)με προστασία από ρεύματα αέρος περίφρ
 We need to install a draughtproof door on the garage.
draftproof [sth],
draft-proof [sth] (US),
draughtproof [sth],
draught-proof [sth] (UK)⇒
vtr
(door, window: seal)προστατεύω από ρεύματα αέρος έκφρ
  μονώνω από τα ρεύματα έκφρ
 Since draught-proofing the windows and doors, my heating bill's gone down by 10%.
future-proof adj UK (unlikely to become obsolete)διαχρονικός επίθ
  που δεν θα ξεπεραστεί περίφρ
  που δεν θα γίνει παρωχημένος περίφρ
future-proof [sth]⇒ vtr (protect from obsolescence)κάνω κτ διαχρονικό περίφρ
idiot-proof adj informal (easy to use)πανεύκολος επίθ
  (μεταφορικά)παιχνιδάκι ουσ ουδ
inflation-proof adj (investment, pension)εξασφαλισμένος έναντι του πληθωρισμού φρ ως επίθ
ladderproof,
ladder-proof
adj
UK (of stockings, tights)που δεν χάνει πόντους περίφρ
  που δεν σκίζεται περίφρ
ovenproof,
also UK: oven-proof,
oven proof
adj
(cookware: heat-resistant) (σκεύος)πυρίμαχος, πυράντοχος επίθ
rabbit-proof fence n (enclosure, barrier: to keep out rabbits)φράχτης για τα κουνέλια φρ ως ουσ αρσ
  φράχτης απομάκρυνσης κουνελιών φρ ως ουσ θηλ
  περίφραξη απομάκρυνσης κουνελιών φρ ως ουσ θηλ
rabbit-proof fence n AU, informal (boundary between Australian states)φράχτης στα σύνορα μεταξύ κρατιδίων της Αυστραλίας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
rotproof,
rot-proof
adj
(will not rot)αντιμουχλικός επίθ
  που δεν μουχλιάζει περίφρ
  ανθεκτικός στη σήψη φρ ως επίθ
  με αντιμουχλική προστασία περίφρ
runproof,
run-proof
adj
(make-up: does not drip or smear)αδιάβροχος επίθ
  ανθεκτικός στον ιδρώτα φρ ως επίθ
runproof,
run-proof
adj
(stockings: resists unraveling)που δεν σκίζεται περίφρ
  που δεν χάνει πόντους περίφρ
skidproof,
skid-proof
adj
(prevents skidding)αντιολισθητικός επίθ
splinterproof,
splinter-proof
adj
(will not shatter) (κρύσταλλο παρμπρίζ)άθραυστος επίθ
tamper-proof adj (can't be broken into, etc.)απαραβίαστος επίθ
 The door was fitted with a tamper-proof lock.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος '-proof' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση -proof στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «-proof».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!