wrongdoing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɒŋduːɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(rông′do̅o̅′ing, -do̅o̅′-, rong′-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wrongdoing n uncountable (criminal behaviour) (παράνομη συμπεριφορά)αδίκημα ουσ ουδ
  (λιγότερο σοβαρό)παράπτωμα ουσ ουδ
  (γενικά)παρανομία ουσ θηλ
  (επίσημο)αξιόποινη πράξη επίθ + ουσ θηλ
 The police will discipline anybody who is guilty of wrongdoing.
wrongdoing n (morally wrong act)παρατυπία ουσ θηλ
  επιλήψιμη πράξη, επιλήψιμη ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
  σφάλμα, λάθος ουσ ουδ
 The politician denied any wrongdoing and refused to resign.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wrongdoing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wrongdoing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wrongdoing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!