weeping

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwiːpɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wēping)

From the verb weep: (⇒ conjugate)
weeping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: weeping, weep

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weeping adj (crying)κλαμένος μτχ πρκ
  που κλαίει περίφρ
  (λόγιος)κλαίων, θρηνών μτχ ενεστ
 The weeping mourners stood by the side of the grave.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weeping adj (wound, eye: secrete fluid)που δακρύζει, που στάζει, που τρέχει περίφρ
  (μάτι)δακρυσμένος μτχ πρκ
  (πληγή)ανοιχτός επίθ
 The doctor treated Oliver for the infection causing his weeping wound.
weeping n (crying)κλάμα ουσ ουδ
  (πιο έντονο)θρήνος ουσ αρσ
  (λόγιος)οδυρμός ουσ αρσ
  (καθομ: για νεκρό)μοιρολόι ουσ ουδ
 The weeping grew in intensity as the coffin was lowered into the ground.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weep vi (cry)κλαίω ρ αμ
  (πιο έντονο)θρηνώ ρ αμ
  (λόγιος)οδύρομαι ρ αμ
 The man was weeping in a corner of the waiting room.
 Ο άντρας έκλαιγε σε μια γωνία της αίθουσας αναμονής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weep n colloquial (crying spell)κλάμα ουσ ουδ
  (πιο έντονο)θρήνος ουσ αρσ
  (πιο έντονο, ειρωνικό)μοιρολόι ουσ ουδ
Σχόλιο: Το μοιρολόι αναφέρεται συνήθως σε θρήνο για κάποιον νεκρό, αλλά χρησιμοποιείται και ανεπίσημα για έντονο κλάμα, συχνά ειρωνικά.
 Mary felt better after having a weep.
weep vi (medical: exude fluid)δακρύζω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τρέχω ρ αμ
 Conjunctivitis tends to make the eye weep.
weep for [sb/sth] vi + prep figurative (mourn, grieve for)θρηνώ για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομ, μεταφορικά)κλαίω για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (κάποιον/κάτι)θρηνώ ρ μ
 The nation wept for the terrorism casualties.
weep for [sb/sth] vi + prep (shed tears for)κλαίω για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  θρηνώ για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (κάποιον/κάτι)θρηνώ, κλαίω ρ μ
 Bill's family and friends went on weeping for him long after his funeral.
weep over [sth/sb] vi + prep (shed tears about)κλαίω για κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  κλαίω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (για κτ/κπ, με κτ)βάζω τα κλάματα έκφρ
 Rose is such a sensitive child; she'll weep over any little thing.
weep for [sth],
weep with [sth]
vi + prep
(shed tears because of)κλαίω από κτ ρ αμ + πρόθ
  δακρύζω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Agnes isn't sad; she is weeping for joy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
weeping | weep
ΑγγλικάΕλληνικά
weeping willow n (large tree with drooping branches)ιτέα η κλαίουσα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ιτιά ουσ θηλ
 My grandparents had a huge weeping willow in their yard.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weeping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [child's, girl's, boy's] weeping, [bitter, tearful, constant] weeping, heard [loud, uncontrollable] weeping coming from, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weeping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weeping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!