WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| tangible adj | (real, concrete) (μεταφορικά) | χειροπιαστός επίθ |
| | The drugs found in the car are tangible proof that the suspect is guilty. |
| | Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο είναι χειροπιαστή απόδειξη για την ενοχή του υπόπτου. |
| tangible adj | (results, etc: definite) | εμφανής, ξεκάθαρος επίθ |
| | (παράδειγμα) | απτός επίθ |
| | The campus expansion is now making tangible progress. |
| | Η επέκταση της πανεπιστημιούπολης παρουσιάζει πλέον εμφανή πρόοδο. |
| tangible adj | (touchable) | ψηλαφητός επίθ |
| | There's a barely tangible dent in this panel. |
| | Υπάρχει ένα βαθούλωμα στον τοίχο που σχεδόν δεν είναι ψηλαφητό. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: