stud

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstʌd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/stʌd/ ,USA pronunciation: respelling(stud)

Inflections of 'stud' (v): (⇒ conjugate)
studs
v 3rd person singular
studding
v pres p
studded
v past
studded
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stud n (press fastener) (είδος κουμπιού)σούστα ουσ θηλ
 The cuffs fastened with studs.
 Οι μανσέτες έκλειναν με σούστες.
stud n UK, often plural (projection on shoe)καρφί ουσ ουδ
 These football boots have studs for better grip.
stud n (wall: vertical part of frame)ορθοστάτης ουσ αρσ
 The window opening was framed with studs.
stud n (jewelry)μικρό σκουλαρίκι επίθ + ουσ ουδ
  σκουλαρίκι ουσ ουδ
  (απόλυτη ακρίβεια)σκουλαρίκι μπίλια φρ ως ουσ ουδ
  σκουλαρίκι stud φρ ως ουσ ουδ
 The only jewellery students are allowed to wear is a single pair of studs in their ears.
 The young man had a stud in his tongue.
stud n (horses: breeding farm)εκτροφείο αλόγων φρ ως ουσ ουδ
 Joyce ran a stud breeding thoroughbred racehorses.
 Η Τζόυς διήυθυνε ένα εκτροφείο αλόγων όπου εξέτρεφαν καθαρόαιμα για αγώνες.
stud n (horse: stallion)επιβήτορας ουσ αρσ
 The owner hired the stud out to cover mares.
 Ο ιδιοκτήτης νοίκιαζε τον επιβήτορα για να γονιμοποιεί φοράδες.
stud n figurative, slang (virile man) (καθομιλουμένη)άντρακλας, παιδαράς ουσ αρσ
 Steve is such a stud; he has women throwing themselves at him.
 Ο Στηβ είναι και πολύ παιδαράς, έχει τις γυναίκες να πέφτουν στα πόδια του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stud [sth] with [sth]⇒ vtr often passive (ornament or dot with) (διακόσμηση)διακοσμώ κτ με κτ, στολίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (γενικότερα)τοποθετώ κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (εγώ ο ίδιος: διακόσμηση)είμαι διακοσμημένος με κτ, είμαι στολισμένος με κτ ρ έκφρ
  (εγώ ο ίδιος: στίγματα)είμαι διάστικτος με κτ ρ έκφρ
 The brooch was studded with diamonds.
 The sky was studded with stars.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
breeding stud n (stallion: sires racehorses)επιβήτορας ουσ αρσ
 When Seabiscuit was too old to race, he was used as a breeding stud.
press stud (UK),
snap fastener (US)
n
(metal fastener: popper)σούστα ουσ θηλ
 The coat has press studs and a zip.
shirt stud n (fastening on a formal shirt) (επίσημα αντρικά ενδύματα)διακοσμητικά τρουκς για τις κουμπότρυπες
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
stud bolt n (headless bolt)ακέφαλη βίδα επίθ + ουσ θηλ
stud earring n often plural (type of small earring) (όχι κρεμαστό)μικρό σκουλαρίκι επίθ + ουσ ουδ
  σκουλαρίκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σκουλαρίκι stud φρ ως ουσ ουδ
stud farm n (place where horses are bred)ιπποφορβείο, ιπποτροφείο ουσ ουδ
 After the horse was past his prime, he was sent to a stud farm to produce more champions like himself.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stud' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a stud earring, runs a stud farm, command high stud fees, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stud στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stud».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!