strut

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstrʌt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/strʌt/ ,USA pronunciation: respelling(strut)

Inflections of 'strut' (v): (⇒ conjugate)
struts
v 3rd person singular
strutting
v pres p
strutted
v past
strutted
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
strut vi (walk proudly)περπατάω καμαρωτά, βαδίζω καμαρωτά, προχωράω καμαρωτά ρ αμ + επίρ
 The young man strutted along the street.
 Ο νεαρός άνδρας περπατούσε καμαρωτά στον δρόμο.
strut n (proud walk)καμαρωτό περπάτημα, καμαρωτό βάδισμα επίθ + ουσ ουδ
 Nina's colleagues could tell by her strut that she was feeling pleased with herself.
 Οι συνάδελφοι της Νίνας καταλάβαιναν από το καμαρωτό περπάτημά της πως αισθανόταν ευχαριστημένη με τον εαυτό της.
strut n (support bar) (κατακόρυφο στοιχείο)υποστύλωμα ουσ ουδ
  στύλος ουσ αρσ
  στυλίδιο ουσ ουδ
  (κεκλιμένο στοιχείο)αντηρίδα ουσ θηλ
 Brian fixed struts to the table to strengthen it.
 Ο Μπράιαν έβαλε υποστηλώματα στο τραπέζι για να το ενισχύσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
strut around,
also UK: strut about
vi + adv
(go about self-importantly)κορδώνομαι ρ αμ
  καμαρώνω ρ αμ
  περιφέρομαι καμαρωτός ρ αμ + επίθ
 The bully was strutting around the playground as if he owned the place.
 The boxer strutted about as if he had just won the title.
strut strength n (construction: of a support)αντοχή σε θλίψη φρ ως ουσ θηλ
  θλιπτική αντοχή επίθ + ουσ θηλ
strut your stuff v expr slang (dance ostentatiously)χορεύω επιδεικτικά ρ αμ + επίρ
strut your stuff v expr slang (demonstrate your skills)κάνω επίδειξη έκφρ
  μοστράρω τις ικανότητές μου έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'strut' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: strut into the [room, party], strut around with [pride, his friends], strut around [proudly, arrogantly], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση strut στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «strut».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!