WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| strut⇒ vi | (walk proudly) | περπατάω καμαρωτά, βαδίζω καμαρωτά, προχωράω καμαρωτά ρ αμ + επίρ |
| | The young man strutted along the street. |
| | Ο νεαρός άνδρας περπατούσε καμαρωτά στον δρόμο. |
| strut n | (proud walk) | καμαρωτό περπάτημα, καμαρωτό βάδισμα επίθ + ουσ ουδ |
| | Nina's colleagues could tell by her strut that she was feeling pleased with herself. |
| | Οι συνάδελφοι της Νίνας καταλάβαιναν από το καμαρωτό περπάτημά της πως αισθανόταν ευχαριστημένη με τον εαυτό της. |
| strut n | (support bar) (κατακόρυφο στοιχείο) | υποστύλωμα ουσ ουδ |
| | | στύλος ουσ αρσ |
| | | στυλίδιο ουσ ουδ |
| | (κεκλιμένο στοιχείο) | αντηρίδα ουσ θηλ |
| | Brian fixed struts to the table to strengthen it. |
| | Ο Μπράιαν έβαλε υποστηλώματα στο τραπέζι για να το ενισχύσει. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: