Σε αυτή τη σελίδα: slatted, slat

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slatted adj (window, etc.) (παράθυρο, ανοίγει)με περσίδες, με γρίλιες περίφρ
  (παράθυρο, σταθερό)δικτυωτός, καφασωτός έκφρ
  (άλλο αντικείμενο)σανιδωτός, σανιδιένος επίθ
 Slatted windows take a long time to clean.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slat n often plural (strip of wood or metal)σανίδα, λωρίδα ουσ θηλ
  πήχυς ουσ αρσ
 The mattress sits on slats in the bed frame.
 Το στρώμα είναι τοποθετημένο πάνω σε σανίδες στο πλαίσιο του κρεβατιού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slatted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slatted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «slatted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!