WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| select [sth/sb]⇒ vtr | (choose from group) | επιλέγω, διαλέγω ρ μ |
| | Given the choice between a red car and a blue car, Rachel selected the red one. |
| | Δοθείσης της επιλογής μεταξύ κόκκινου και μπλε αυτοκινήτου, η Ρέιτσελ επέλεξε το κόκκινο. |
| select [sth]⇒ vtr | (highlight on screen) | επιλέγω ρ μ |
| | Mark selected the text he wanted to copy. |
| | Ο Μαρκ επέλεξε το κείμενο που ήθελε να αντιγράψει. |
| select adj | (choice, the best) (συνήθως πληθυντικός) | επιλεγμένος μτχ πρκ |
| | | ιδιαίτερος, εξαιρετικός, ξεχωριστός επίθ |
| | Ellen is staying at a select holiday resort. |
| | Η Έλεν μένει σε ένα εξαιρετικό ξενοδοχειακό θέρετρο. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: